Οι εικόνες ασπρόμαυρες. Τανκς να λιώνουν την άσφαλτο, αφιονισμένοι φορώντας κάσκα με μισοφέγγαρο, πάνοπλοι να ξερνούν φωτιά. Σαν τρελά από τον τρόμο πουλιά να σκορπάνε στα χωράφια μες στην κάψα του Ιούλη, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Άντρες πολλοί δεν είχαν μείνει, έτρεξαν να υπερασπιστούν άοπλοι την προδομένη -καλά το ήξεραν- πατρίδα. Δεκαετίες τώρα αγνοούμενοι οι ίδιοι και ο πόνος των δικών τους από το κράτος.
Βόνη, Παλαίκυθρο, Μια Μηλιά, βωμοί-θυσιαστήρια της παρθενιάς δεκατετράχρονων, δεκαεξάχρονων, πολύτιμο προικιό της εποχής η παρθενιά, έτσι και δεν το φύλαγες για «εκείνον», τον «έναν», πάει, χάθηκες. Ποιος να σε πάρει; Και γιατί; Για να νιώθεις πως σ’ εξευτελίζει κάθε φορά που θα σ’ αγγίζει; Πριν από το κακό όλ’ αυτά. Τώρα είναι πόλεμος. Τσούρμο κάθε βράδυ να σε περνάνε ο ένας μετά τον άλλο, να ουρλιάζεις, τι να σου κάνουν η μάνα σου κι η Παναγιά;
Κι η παρθενιά της ψυχής, πού πήγε και κρύφτηκε; Ποιο χάπι, ποια έκτρωση θα σ' την ξαναδώσει πίσω; Ποιο χέρι αντρίκιο να δεχτείς από δω και μπρος, να σου πει τι είναι ο έρωτας, τι είναι η αληθινή αγάπη που φέρνει το σμίξιμο των κορμιών, σαν στεφάνι μ’ ανθούς στο κεφάλι; Πού να βρεθεί σύντροφος, μετά απ’ αυτό, να σε κάνει μάνα; Και στο παιδί σου, πώς να πεις τι έχει γράψει ο πόλεμος μέσα σου;
Στις σπηλιές της Αγλαντζιάς κοντά, πολύ πριν ξεφυτρώσει το πανέμορφο σήμερα Πλατύ, ερημιά κι η Μάρω στο μισογκρεμισμένο σπιτάκι μιλά για το χωριό της. Ποτάμι τα δάκρυα κι η ομολογία σε ταράζει: «Η μάνα μου το ξέρει, μα αν το μάθει ο αδελφός μου θα με σκοτώσει». Την τιμή του αρσενικού έτσι και την αγγίξεις, έφυγες. Έτσι τα μάθαιναν τότε τα κορίτσια που τα φύλαγε το σόι όπως ο Κέρβερος τον Άδη. «Πουπανωπροίτζιν» οι ενοχές: «Έφταιγα; Γιατί δεν πέθανα καλύτερα;» Η Μάρω σκουπίζει τα δάκρυα και δείχνει με καμάρι τις μπιγκόνιες της στα τσίγκινα δοχεία. Η μόνη συντροφιά μιας μαραμένης μπιγκόνιας.
Στον συνοικισμό μπροστά στη μηχανή ηχογράφησης μούγκα: «Έλα Δήμητρα, έλα να μας μιλήσεις για το χωριό σου». «Όχι, όχι, φύγε, εγώ θέλω να φύγω απ’ αυτό τον τόπο. Θέλω να φύγω». Πού πήγε ο κόσμος της; Ο κόσμος του χωριού της, με την αγάπη των δικών της; Λάκισε. Τώρα μόνο φοβάται και θυμάται όσα ποτέ δεν θα ξεχάσει.
Σε λίγες μέρες την φέρνει η αδελφή της στα κάγκελα του ΡΙΚ: «Πες της δυο λόγια, δεν τρώει, δεν κοιμάται, τους βλέπει μέρα-νύχτα μπροστά της. Σ’ αποχαιρετά με βλέμμα θολό. Πάει στο Λονδίνο, έχουν κάτι συγγενείς, ξέρεις, φισιάδικο, να δουλέψει, να ξεχάσει, ίσως να βρει και κανέναν να παντρευτεί». Κανέναν! Ό,τι της λάχει, αν της λάχει! Ήταν της μοίρας της, ποιος της την έστρωσε αυτή τη μοίρα κανείς δεν θα της πει. Μιλάνε μόνο τα σημάδια που κουβαλάει στο κορμί και την ψυχή της.
Και ξαφνικά, η απόφαση: «Κάποιες τις βοηθάμε ήδη, θέλουμε να βοηθήσουμε όσες χρειάζονται!
Με αποδείξεις, βέβαια, για ό,τι τους έχει συμβεί!» Ελάτε! Τώρα; Και γιατί; Τότε πού ήταν αυτός που θα μπορούσε να βοηθήσει, να στηρίξει; Να μου πεις, πώς μέσα σ’ εκείνον τον ορυμαγδό; Δικαιολογίες. Ψήγματα ευαισθησίας να υπήρχαν θα γίνονταν θαύματα. Τώρα, ακούμε από την τηλεόραση μητέρα να διαμαρτύρεται: «Έχουμε τόσα προβλήματα, θ’ ασχοληθούμε τώρα με τις ατιμασμένες;» Φταις εσύ να της πεις, «ευτυχώς δεν έτυχε στην κόρη σου».
Κι επιτέλους, πώς μετριέται πού πάει η ατίμωση, κάτω απ’ την κάννη του όπλου, ομαδικά, με μάρτυρες; Σ’ αυτήν που τη δέχεται; Φορτώνουμε στις ίδιες το έγκλημα που γράφτηκε στην ύπαρξή τους και καθαρίσαμε; Μίλησε κανείς για συγγνώμη;
Ποιος είναι αυτός που θα τολμήσει να παραφράσει τη Λιλή Ζωγράφου στο αριστούργημά της «Η αγάπη άργησε μια μέρα»; Πόλεμο περιγράφει κι όσα έζησαν και πλήρωσαν γυναίκες. Ποιος θα βρει τη δύναμη να ψελλίσει με σκυμμένο κεφάλι: «Η συγγνώμη άργησε σαράντα ένα χρόνια;» Ποιος;
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




