Είναι μέρες τώρα που ήθελα να γράψω αυτό το άρθρο, αλλά το ανέβαλλα. Τώρα που έχει κοπάσει ο θόρυβος με την επίμαχη φωτογραφία, θεωρώ ότι είναι καλό να ακουστεί και μια άλλη άποψη. Πριν να αρχίσω την αφήγηση, να ξεκαθαρίσω τη θέση μου και θέση της πλειοψηφίας των Παραλιμνιτών. Είμαι υπέρ του κυνηγίου, μόνο με βερκά και κάθετα εναντίον των διχτύων και των μιμητικών συσκευών (μηχανούθκια).
Τόσο, που προτείνω την αύξηση των ποινών γι' αυτές τις βάρβαρες μεθόδους, κατά τις οποίες συλλαμβάνονται ανεξέλεγκτα εκατοντάδες πτηνά, παντός είδους. Επίσης, με τα βερκά, είμαι υπέρ του κυνηγίου συγκεκριμένων ειδών που δεν είναι απειλούμενα, όπως το αμπελοπούλι και η τσίχλα. Όταν συλλαμβάνονται άλλα σπάνια είδη, να απελευθερώνονται.
Είμαι 26 ετών και είμαι, όπως λέμε, «άσιλα Παραλιμνίτης» (και οι 16 προπροπάπποι μου είναι όλοι Παραλιμνίτες!). Όταν ήμουν 8 χρονών, λοιπόν, πήρα τα πρώτα μου 6 βερκά από τον παππού μου. Εκεί ένιωσα πως έγινα άντρας, είχα πλέον τα δικά μου βερκά και μπορούσα να τα στήνω. Με 6 βερκά, γι' αυτούς που ξέρουν, δεν πιάνεις καθόλου πουλιά, άντε να πιάσεις ένα. Αλλά, για μένα ήταν μεγάλη υπόθεση.
Θυμάμαι, λοιπόν, μικρός ότι πήγαινα, έστηνα σε μια λεμονιά λίγο πιο πέρα από το σπίτι, κάτω από έναν ανεμόμυλο και μετά να πάω σχολείο. Μετά ερχόμενος από το σχολείο πήγαινα να «σκοπήσω» (αρχαίο ελληνικό ρήμα από τον Όμηρο), όπως μου έμαθε ο παππούς μου να λέω και μετά να φάω. Με 6 βερκά, καταλαβαίνετε ότι δεν έπιανα τίποτε. Από μηχανούθκια και δίχτυα δεν ήξερα και τα απεχθάνομαι.
Τότε σκέφτηκα και έκανα λάντα, έπιναν νερό τα πουλιά και έπιανα 1-2. Η χαρά που έκανα δεν περιγράφεται. Καμία σχέση με τους κρεατοσυλλέκτες, που με τα δίχτυα και τα μηχανούθκια που «πουμπουρίζουν», πιάνουν 300 και 400 πουλιά και μετρούν ευρώ.
Επανέρχομαι. Κάθε Σαββατοκύριακο θυμάμαι, ξυπνούσαμε νύκτα ακόμη, με τον αδερφό μου και τον πατέρα μου, και πηγαίναμε στο περιβόλι στον Πρωταρά. Εκεί, μαζί με τον παππού μου, πηγαίναμε να στήσουμε. Έπρεπε με το πρώτο φως, τα βερκά να είναι στημένα. Θυμάμαι ακόμη τη μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, του ευκαλύπτου, τον δροσερό, καθαρό νυκτερινό αέρα του Οκτώβρη να έρχεται από τη θάλασσα, στα δάση και τα περιβόλια του χωριού μου, γεμάτα από ακακίες και ευκαλύπτους, που τώρα είναι σχεδόν όλα κτισμένα από τους developers. Μετά το στήμα, άρχιζε το πάντημα. Εγώ πάντα πήγαινα με τον παππού μου από τη μια μεριά του περιβολιού και ο πατέρας μου και ο αδερφός μου από την άλλη.
Τον χειμώνα πάλι, πηγαίναμε στα νερά και στις ελιές και στήναμε τις τζίκλες, γεμάτα τα δάση από ματσικόριδα. Θυμάμαι τη χαρά του παππού μου, όταν έβλεπε τον πρώτο πάππουφο (ή κοκκινοπάππουφος, πουλί που είναι άφθονο τον χειμώνα στην Κύπρο). Τον φιλούσε και του έλεγε καλός τον, καλωσόρισες. Τον Μάρτη πάλι, με τον πατέρα μου, πηγαίναμε στα γύρω υψώματα, για τα πουλλούθκια του Μάρτη κάθε Σάββατο. Περπατούσαμε 2-3 ώρες, μαζεύοντας τα βερκά που ήταν «του πλωτού», δηλαδή ένα εδώ, ένα εκεί και λαλάδες (τουλίπες). Μετά, με μια τηγανιά πατάτες γιόρκιν τρώγαμε όλοι μαζί στο περβόλι.
Μέχρι σήμερα δεν θυμάμαι πιο μυρωδάτο φαΐ, από την πατάτα του κοκκινοχώματος, 1 τζίκλα 2-3 πουλιά και ρόκα. Το καλοκαίρι, θυμάμαι, φυτεύαμε ευκαλύπτους και άλλα δέντρα, να γίνουν δάσος για να κάνουμε στήμα. Μετά όταν οι άλλοι ήταν στις θάλασσες, εμείς κάθε τόσο πηγαίναμε με φορτωμένο το μονοκάμπινο του παππού μεγάλα παγούρια νερό, να ποτίσουμε.
Ένας ταξιδιώτης από τη Λάρνακα, με κατεύθυνση τον Πρωταρά, εύκολα θα διαπιστώσει πως ενώ μέχρι την Αγία Νάπα είναι ξεραΐλα όπως λέμε, χέρσα γη, μόλις πλησιάσεις την Αγία Νάπα και τον Πρωταρά το τοπίο αλλάζει άρδην. Γεμάτο δάση και περιβόλια, από ευκαλύπτους, ακακίες, συκιές, βαβατσινιές (μουριές) και άλλα. Ο κάθε Παραλιμνίτης φύτευε το περιβόλι του για να στήνει.
Εγώ είμαι μόλις 26 ετών και έχω φυτέψει περίπου 80 δέντρα! Πρωτίστως γιατί αγαπώ τη φύση, τα δέντρα και, ναι, τα πουλιά, αλλά και για να στήνω. Δύσκολα θα βρεις περιβόλι της περιοχής δίχως ελιά, συκαμιά, συκιά, σχοινιά, μεσπιλιά. Δέντρα που παρέχουν τροφή στα πουλιά. Επίσης το Παραλίμνι είχε 10.000 ανεμόμυλους και οι Παραλιμνίτες τα πιο ξακουστά περιβόλια. Οι Εβραίοι, όταν πήγαν στο περιβόλι του παππού μου πριν από τον πόλεμο, είπαν πρέπει να βγάλεις τα παπούτσια για να μπεις μέσα, τόσο περιποιημένο ήταν.
Έτσι, με τα περιβόλια των Παραλιμνιτών και τα δέντρα, υπήρχε άφθονη τροφή και τα πουλιά, όπως και κάθε άγριο είδος, όταν τους παρέχεις φυσικό περιβάλλον και τροφή, αυξάνονται. Τουλάχιστον, για 8 αιώνες έστηναν οι χωριανοί μου και κανένα είδος δεν εξαφανίστηκε. Μάλιστα τα αμπελοπούλια καταγράφουν αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια.
Τα βερκά είναι επιλεκτική μέθοδος θήρευσης. Πχ. αλλιώς θα στήσεις για να πιάσεις αμπελοπούλια, αλλιώς για τζίκλες, αλλιώς για δακκανούρες (βάζεις πχ καλάμια στο χωράφι και πάνω βερκί) κτλ. Πολλά είδη καταλαβαίνουν το βερκί και δεν πιάνονται. Ο κίνδυνος είναι με τα μηχανούθκια μεν, όπου συλλαμβάνονται μεγάλες ποσότητες και τα δίκτυα δε, που είναι μη επιλεκτική μέθοδος θήρευσης. Είναι σαν την τράτα, ό,τι περνά πιάνεται. Επίσης, το δίκτυ είναι βάρβαρη και μη φυσική μέθοδος, καθώς τα πουλιά ασφυκτιούν. Αντίθετα, τα βερκά, είναι κλαδιά ελιάς και ροδιάς, επικαλυμμένα με χυμό από το φρούτο μύξα, μαζί με μέλι.
Επίσης, ό,τι είναι παράνομο, είναι και πιο επικερδές και πιο ανεξέλεγκτο. Π.χ. η πορνεία, τα ναρκωτικά, ο τζόγος και τώρα τα αμπελοπούλια. Επίσης, ό,τι είναι παράνομο αυξάνεται και η τιμή του. Έτσι τώρα παίζεται τεράστιος τζίρος. Ο απλός ο κόσμος, που είχε το έθιμο για αιώνες και έπιανε 5-10 πουλιά για την οικογένειά του δεν πάει, φοβούμενος τα τεράστια πρόστιμα. Έτσι, ένα παραδοσιακό έθιμο, όπου πήγαινε ο παππούς με το εγγόνι, πέρασε στα χέρια «επιχειρηματιών», οι οποίοι πλήρως οργανωμένοι, με φρουρούς και διασυνδέσεις, θησαυρίζουν.
Γύρω στα 12 μου χρόνια, λοιπόν, κηρύχθηκε παράνομο το στήμα. Σταμάτησα τότε το Σάββατο να πηγαίνω στο δάσος και άρχισα να κυκλοφορώ στα μπαράκια και στα club. Στα 14 μου άρχισα το κάπνισμα και το ποτό. Στο περιβόλι που στήναμε, έχει πάνω από 10 χρόνια να πάω. Η γύρω περιοχή έχει κτιστεί με κατοικίες. Ο πατέρας μου ακόμη αντιστέκεται, για συναισθηματικούς λόγους. Όλα όμως έχουν αλλάξει.
Οι νέοι μας δεν φυτεύουν πλέον δέντρα, τα πιο μικρά ξαδέρφια μου είναι αποξενωμένα από τη φύση, από τον τόπο τους. Στις μέρες μας, η κατάθλιψη και η παχυσαρκία στους νέους έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Πολλοί νέοι καταφεύγουν στα ναρκωτικά, στα video games και γενικά σε άλλες ατραπούς. Εγώ ξέρω «παθκιάν παθκιάν» τη φύση του χωριού μου, είμαι δεμένος με τον τόπο, τον έχω ζήσει, πολύ δύσκολα να τον αφήσω και σκέφτομαι πως αν γίνει πόλεμος, θα κάτσω εδώ να υπερασπιστώ τα πάτρια εδάφη. Οι πιο μικροί μου γιατί να πολεμήσουν; Ούτε τη λεμονιά του κήπου τους δεν ξέρουν. Θα φορτώσουν το playstation, το ψυγείο και όπου γης και πατρίς.
Κλείνω τα μάτια και πάω πίσω, χειμώνας του ΄98, νύκτα εγώ με τον παππού μου στο στήμα μας, όπου βλέπει το μάτι δάσος, να μου δείχνει τις πέτρες και να μου λέει την ιστορία με τη βασίλισσα τις Αμμοχώστου. Να κρατά την κουκουρκά και να συνεχίζει στο μονοπάτι, στις δικές μου πέτρες, στο δικό μου μονοπάτι. Αυτό δεν το αλλάζω με τα καλύτερα clubs, τους καλύτερους dj, τα καλύτερα βιντεοπαιχνίδια του κόσμου.
Γράφω αυτό το κείμενο ενώ ξημερώνει 6 Ιανουαρίου 2015. Αν και είμαι εναντίον της επίδειξης ταυτότητας για να πάμε στα κατεχόμενα, αύριο θα πάω. Για ένα λόγο. Για να βουτήξω για τον σταυρό στην Αμμόχωστο, όπου ο σταυρός για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, ύστερα από 42 χρόνια, θα καθαγιάσει τα νερά της πόλης μας, πόλης μας από τότε που ο παππούς Τεύκρος, 1200 χρόνια προ Χριστού, άραζε λίγο πιο πέρα, στην Αχαιών Ακτή. Γιατί, ναι, είμαστε δεμένοι με τη γη μας, τη γη των πατέρων μας, δηλαδή την πατρίδα.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΧΑΤΖΗΖΑΧΑΡΙΑ
Απόφοιτος Ιατρικής Ιωαννίνων




