Μωρέ, καλά είχα ορκιστεί να μην το ψάξω το κινέζικο - όχι το μενού -, το ωροσκόπιο. Κάτι φαίνεται πως ήξερα! Καθότι έτρεμε το φυλλοκάρδι μου, τι ζώο είμαστε φέτος με την κινεζική αστρολογία! Ήμασταν, βλέπεις, πέρυσι, στο έτος του προβάτου κι όχι που θα το παινευτούμε, αλλά το τιμήσαμε δεόντως. Πρόβατα στη στάνη - σαλόνι - βοσκήσαμε, μηρυκάσαμε, ξαναμασήσαμε ό,τι μας μπούκωναν ήσυχα κι ωραία, αναστέναξε ο καναπές από τα βάρη, κιχ δεν ακούστηκε. Λουφάξαμε ολόχρονα με κάποιες μικρές εξαιρέσεις, έτσι να σπάει η μονοτονία. Κάτι που έρχεται επανεκκίνηση της οικονομίας - όλο στο δρόμο είναι πια αυτή - και θα φέρει και ανάπτυξη, κάτι που μειώθηκε η ανεργία σε ποσοστό που δεν διακρίνεται διά γυμνού οφθαλμού, τάχα μου αναθαρρεύαμε, μια χαρά περάσαμε.
Και ξαμολιέμαι, η επίορκη, στο ψάξιμο και χτυπάω φλέβα χρυσού: Έτος μαϊμούς το 2016, με την κινέζικη αστρολογία. Ίσα, παιδιά, λέω, εδώ έχει πολύ ψωμί. Κρατιέσαι τώρα; Σιγά μην κρατηθείς! Και πας αλλού για ψάξιμο.
Κατά τα λεξικά λοιπόν: «Μαϊμού, άνθρωπος άσκημος» (καλά, αυτό είναι να μη σου τύχει), «πονηρός, καταφερτζής. Είναι μια μαϊμού αυτή!» (θηλυκού γένους, βέβαια, η πονηριά!). Σαν εκείνες τις μαϊμούδες που περιέφεραν δεμένες με αλυσίδα και χαλκά από τη μύτη οι μαϊμουδιάρηδες (αρκουδιάρηδες τους λέγανε στην Ελλάδα, εξ ου και το «νηστικό αρκούδι δεν χορεύει»). Βάραγε ο κύριός τους το ντέφι, εκείνες χόρευαν κι έκαναν τα νάζια τους για να γεμίσει το ντέφι πενταροδεκάρες και να τους πετάξουν κανένα ξεροκόμματο. Ε, στην περίπτωσή μας δεν μιλάμε για τόσο φτηνοδουλειές! Μας βαράνε ντέφι, χορεύουμε, ακκιζόμαστε και μας πετάνε υποσχέσεις, πράγματα πολύτιμα!
Πάλι κατά τα λεξικά: «Μαϊμουδίζω, κάνω τη μαϊμού, μιμούμαι ό,τι βλέπω, αντιγράφω ό,τι κάνουν οι νεόπλουτοι». Αυτό κι αν το ζήσαμε καμιά εικοσαριά χρόνια με την ευμάρεια, οπότε κι ανακαλύψαμε τον όρο μαϊμού για να χαιρόμαστε τσάντες, παπούτσια, ρούχα, ρολόγια, αντιγραφή των αυθεντικών (η φτήνια τρώει τον παρά κι η φιγούρα φιγούρα). Μ’ αυτά, να πάρει η ευχή, ήμασταν κάποιοι! Ώσπου ήρθε η κουρευτική μηχανή κι όλα τα παρεπόμενα, κι είδαμε τον Χριστό φαντάρο! Κοινωνικά παντοπωλεία, συσσίτια, δρόμοι έρημοι, μαγαζιά νεκρά, επιχειρήσεις στο φούντο, πόνος, δυστυχία.
Να πούμε πως κάπως συμμαζευτήκαμε για κάποιο διάστημα; Ας το πάρει το ποτάμι. Βάρδα, όμως, γιατί τελευταία σαν να αναδεύεται η μαϊμού μέσα μας. Το ’χει φαίνεται ο άνθρωπος το «δήθεν», το «κάποιος», το «έτσι». Τον αληθινό εαυτό του, την ψυχή του, για να τ’ αγγίξει θέλει τρόπο και κόπο, πού να ψάχνεις τώρα! Προτιμά να μαϊμουδίζει, να βαράει ο ίδιος ντέφι στον εαυτό του, να κάνει τη φιγούρα του, να ξεγράφει διαπλοκές, μίζες, λαδώματα, απάτες, να γίνεται ένα μ’ όλα αυτά για να πετύχει τον στόχο του κι ύστερα; Ύστερα να βγάζει τη γλώσσα και να χτυπάει το χέρι στον πισινό του (οι δυο αγαπημένες συνήθειες της μαϊμούς) πιστεύοντας πως κοροϊδεύει αυτούς που μιμείται, πως εκδικείται αυτούς που αντιγράφει: «Έτσι είσαστε; Αφού δεν είμαι στ’ αλήθεια ένας από σας, να σας δείξω εγώ!»
Θεέ μου, φύλαγέ μας πάντα, μα ειδικά εφέτος, από την πονηριά, το ψέμα και την υποκρισία της μαϊμούς. Συγχώρα μας, εντάξει το ξέρουμε, δεν έχεις Εσύ πάρε-δώσε με ωροσκόπια κινέζικα ή άλλης προέλευσης. Εμείς όμως; Κακό είναι που διαβάζοντάς τα βγάζουμε τη γλώσσα μας στον καθρέφτη; Κακό είναι;




