Είναι η πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, που η διοικητική δικαιοσύνη σε πρώτο βαθμό, ως προβλέφθηκε με τον νέο Νόμο περί του Διοικητικού Δικαστηρίου (ένας νέος θεσμός μετά την 8η Τροποποίηση του Συντάγματος περί το Άρθρο 146 αυτού), θα απονέμεται από Δικαστές που διορίζονται με προδιαγεγραμμένες απαιτήσεις προσόντων, γνώσεων και πείρας. Μάλιστα με επιλογή όχι από τον Πρόεδρο του Κράτους, ως προβλέπεται για διορισμό στη θέση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Γι’ αυτό υπήρξε προκήρυξη των θέσεων του Προέδρου και των τεσσάρων Μελών του νέου Δικαστηρίου και διεκδίκηση από όσους ενδιαφέρθηκαν υποψηφίους (Δικαστές, Δικηγόροι από τη Νομική Υπηρεσία και από το ελεύθερο επάγγελμα).

Προφανώς, όταν θα οριστεί η έναρξη της λειτουργίας του νέου αυτού Δικαστηρίου, θα αποτελεί μια σημαντική κατακόρυφη διαφοροποίηση στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, που κατά το Σύνταγμα ορίστηκε ως αποκλειστική Αρμοδιότητα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Όμως η πολιτική ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την Τουρκανταρσία του 1964, δεν άφησε τη δυνατότητα συνέχισης της λειτουργίας της Δικαστικής εξουσίας (μια των τριών διακρινόμενων εξουσιών), ως το Σύνταγμα πρόβλεψε.

Η μεθοδευμένη «απόσυρση» των Τουρκοκυπρίων από όλες τις θέσεις που κατείχαν θεσμικά οδήγησε στην ψήφιση Νόμων από τη Βουλή, ως Δίκαιο της Ανάγκης, με στόχο τη διασφάλιση της συνέχισης της λειτουργίας των θεσμικών οργάνων και άρα της διάσωσης της Δημοκρατίας. Έτσι ψηφίστηκε τότε ο Νόμος 33/1964, που πρόβλεψε κύρια την υπαγωγή των αρμοδιοτήτων των δύο ξεχωριστών, ανώτατων Δικαστηρίων της Κύπρου (Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και Ανώτατο Δικαστήριο) σε ένα και μόνο, που το ονόμασε «Ανώτατο Δικαστήριο». Αυτός ο Νόμος πρόβλεψε τότε για Πρωτόδικη (από ένα Δικαστή) και κατ’ Έφεση αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα θέματα των διοικητικών διαφορών.

Η συγκέντρωση σε ένα πλέον Δικαστήριο όλων αυτών των αρμοδιοτήτων οδήγησε φυσιολογικά σε καθυστερήσεις, παρά την αύξηση του αριθμού των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που κατά περιόδους αποφασίστηκαν έκτοτε και που σήμερα είναι δεκατρείς. Συνέτρεχε δε μια παράδοξη μάλιστα στην Ιεραρχία δυνατότητα στην εκδίκαση κατ’ Έφεση, αφού εκρίνετο Πρωτόδικη απόφαση, την οποίαν είχε εκδώσει ομοβάθμιος Δικαστής με τους αποτελούντας το Αναθεωρητικό Εφετείο!

Είναι από χρόνια που προβλημάτισε ο όγκος των υποθέσεων και οι εξ αυτού του γεγονότος καθυστερήσεις. Αντί όμως της λύσης με διαχωρισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα αντίστοιχα δύο Δικαστήρια που το Σύνταγμα πρόβλεψε (λύση πλησιέστερη στο ίδιο το Σύνταγμα), προτιμήθηκε από την Εκτελεστική εξουσία και επικύρωσε με τον Νόμο που η Βουλή ψήφισε, η δημιουργία του νέου Διοικητικού Δικαστηρίου. Νέο Δικαστήριο στο οποίο η 8η τροποποίηση του Συντάγματος και η νέα Νομοθεσία κληροδότησε, ως άμεση δικαστική ύλη, όλες τις εκκρεμούσες προσφυγές!

Μ’ αυτό τον τρόπο όμως, ο Νομοθέτης δεν τήρησε τη διάκριση των εξουσιών και αφαίρεσε δικαστική εκκρεμούσα ύλη, αλλά και δικαιοδοσία από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ κατά το Σύνταγμα αυτή η δικαιοδοσία (περί τη διοικητική δικαιοσύνη) είχε αποδοθεί αποκλειστικά στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Μάλιστα ενώ το δίκαιο της ανάγκης (μετά από 51 χρόνια δημιουργίας δια των διαδοχικών αποφάσεων), διαμόρφωσε ένα καθαρά Κυπριακό Δίκαιο, για το οποίο η ίδια η Βουλή αναγνώρισε την προσφορά αυτήν της Νομολογίας (τις κυριότερες τουλάχιστον αρχές αυτού) και τις «κωδικοποίησε» το 1999 με τον Νόμο περί των Αρχών του Διοικητικού Δικαίου.

Προφανέστατο το απλό ερώτημα που προκύπτει φυσιολογικά, είναι γιατί υπήρξε ο Νόμος 33/1964 ως δίκαιο της ανάγκης και όχι έκτοτε μια Τροποποίηση του Συντάγματος ως η 8η Τροποποίησή του; Πολύ δε περισσότερο, αφού η νομική θεμελίωση και της Συνταγματικής αυτής τροποποίησης στηρίχθηκε στο Δίκαιο της Ανάγκης, γιατί απαξιώθηκε έμμεσα διά των νέων αυτών προβλέψεων;

Οι όποιες απόψεις για σοβαρότατα συνταγματικά προβλήματα που ενδεχομένως προκύπτουν, αφού δεν υπήρξε διαδικασία προληπτικού ελέγχου, ως το Σύνταγμα προβλέπει, θα πρέπει να κριθούν σε τελική ανάλυση, δικαστικά. Οπότε και το φυσιολογικό άλλο ερώτημα, θα κριθεί από το νέο υπό αμφισβήτηση περί τη Συνταγματική νομιμότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου ή από το Ανώτατο Δικαστήριο που δεν αντέδρασε στην αφαίρεση της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας του;

Ιδιαίτερα όταν ο Νομοθέτης δεν αφαίρεσε μόνο την αποκλειστική αρμοδιότητα από το Ανώτατο Δικαστήριο επί των υποθέσεων αυτών διοικητικού δικαίου, αλλά πρόσθετα κατέστησε το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο επί νομικών μάλιστα μόνο λόγων, γιατί έτσι όρισε ο νέος Νόμος. Εφετείο που τώρα πλέον δεν θα ασχολείται, όπως μέχρι σήμερα, με τον έλεγχο του κύρους και νομιμότητας της υπό έλεγχο πράξης ή παράλειψης της διοίκησης. Όλα αυτά έγιναν από Κυβέρνηση και Βουλή κατά πλήρη αδιαφορία για τον απλό πολίτη, που εναπόθεσε στο φυσικό αυτού Δικαστή διά της προσφυγής του την ελπίδα να εξαφανίσει πράξεις της διοίκησης, με απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος