Με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η Τουρκία, μεταξύ άλλων, δεσμεύτηκε για τα ακόλουθα:

(α) Αποκήρυξη οιωνδήποτε εδαφικών και άλλων δικαιωμάτων της εκτός Τουρκίας, όπως στην Κύπρο.
(β) Αναγνώριση της προσάρτησης της Κύπρου στη Μ. Βρετανία, από το 1914.
(γ) Τούρκοι μόνιμοι κάτοικοι και γεννημένοι στην Κύπρο, από το 1914 και μετά, θα αποκτούσαν βρετανική υπηκοότητα.

Όχι μόνο δεν «πατήσαμε» πάνω στη Συνθήκη αυτή, αλλά το 1955, Ελλάδα και Κύπρος, μετά από πιέσεις (;) των Βρετανών, αποδέχτηκαν τη συμμετοχή της Τουρκίας σε Τριμερή Διάσκεψη στην οποία η Τουρκία θα παρίστατο για πρώτη φορά ως ισότιμος συνομιλητής στο Κυπριακό.

Η Αγγλία, η οποία με την προαναφερθείσα συμφωνία πέτυχε μία μεγάλη διπλωματική νίκη, δηλαδή κατάφερε, στην κορύφωση της αγγλικής κατοχής/ αποικιοκρατίας (!), να επισημοποιήσει την έναρξη της πορείας ποδηγέτησης του Κυπριακού προς την κατεύθυνση ανάδειξής του ως ελληνοτουρκικής διαφοράς, ενώ την ίδια στιγμή πέτυχε καίριο πλήγμα το αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου για Ένωση με την Ελλάδα. Έτσι η Αγγλία, από κατοχική δύναμη, περίπου βρέθηκε στη θέση του επιδιαιτητή, σε μια ανύπαρκτη τότε «ελληνοτουρκική διαφορά».

Έτσι, επιεικώς αποδυναμώθηκε και η Συνθήκη της Λωζάνης σε σχέση με την Τουρκία και την Κύπρο και άνοιξε ο δρόμος για απευθείας εμπλοκή της Τουρκίας στο κυπριακό ζήτημα, δημιουργώντας παράλληλα και νέο βαθύτερο ρήγμα στις σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας.

Η συνέχεια είναι γνωστή: Ένοπλος αγώνας για Ένωση με την Ελλάδα, που τελικά κατέληξε στην υπό κηδεμονία δικοινοτική Κυπριακή Δημοκρατία, εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των δύο κοινοτήτων, πραξικόπημα, εισβολή και παράνομη στρατιωτική κατοχή του 37% της Κύπρου από την Τουρκία.

Το 2004, ίσως για πρώτη φορά μετά την Τριμερή του 1955, η Κύπρος μπόρεσε να ορθώσει το ανάστημά της και να αποκτήσει το μέγα διπλωματικό και όχι μόνο πλεονέκτημα του πλήρους κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μάλιστα χωρίς την «έγκριση» της εγγυήτριας (μόνο στα χαρτιά) Τουρκίας.

Όχι μόνο δεν χρειάστηκε η έγκριση του παράνομου εισβολέα, που αλίμονο εάν η Ένωση επέτρεπε κάτι τέτοιο, αλλά η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αφορά ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, με μόνο όρο την αναστολή εφαρμογής του Κοινοτικού Κεκτημένου στις κατεχόμενες περιοχές, μέχρι τη λύση του Κυπριακού.
Κατά συνέπεια, θα πρέπει να προβληματίσει την κυπριακή ηγεσία το πώς ενδεχομένως θα πρέπει να τύχουν χειρισμού οι λεγόμενες διεθνείς πτυχές του Κυπριακού, όπως οι εγγυήσεις κ.λπ.

Εάν η όποια συμφωνία περιλαμβάνει έστω και ψήγματα τουρκικής θεσμικής/ κρατικής παρουσίας, εν είδη εγγυήσεων κ.λπ., πιστεύω ότι θα γίνουμε αυτόχειρες της δικής μας επιβίωσης σε αυτό τον τόπο, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του όποιου δημοψηφίσματος.

Εάν δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από την κηδεμονία της νέας συμφωνίας, έστω και μεταβατικά, τότε θα πρέπει να αξιοποιηθούν διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ΟΗΕ, το Συμβούλιο της Ευρώπης… γιατί όχι και το ΝΑΤΟ. Σίγουρα όχι τη Τουρκία του Ερντογάν Πασά.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΑΡΝΑΒΑ
Μεταπτυχιακό (Μ.Α.), Πολιτικές Επιστήμες - Διεθνείς Σχέσεις