Ε, ψιτ, παλληκαράκι, μην μου πολυκαμαρώνεις σαν γύφτικο σκεπάρνι, όπως το λέει η λαϊκή σοφία, με την υποδοχή. Σαν αβγά βραστά αξεφλούδιστα ορθάνοιξες τα μάτια μέσα σε όλο αυτό το νταβαντούρι της λάμψης, τους κρότους απ’ τα πυροτεχνήματα, τις εκρήξεις χαράς, τα φιλιά, τις αγκαλιές. «Για μένα όλα αυτά;» αναρωτιέσαι. Ναι, μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι, πως για σένα τα επινόησε ο άνθρωπος σαν έκφραση της ανάγκης του για αλλαγή, για ξεπάστρεμα του παλιού, για ξορκισμό των κακών.
Εμ, δίκιο έχεις, δεν ήσουνα εδώ πέρσι να ’βλεπες πώς το καλωσορίσαμε το 2015. Με τι λαχτάρα, με τι ελπίδες, άντε και βγαίνουμε απ’ το μνημόνιο, άντε κι έρχεται επανεκκίνηση της οικονομίας κι ανάπτυξη (εδώ ανθυπομειδιάς!). Αντί γι’ αυτά φάγαμε κατακέφαλα δολοφονίες αθώων, πνιγμούς παιδιών με την ντουζίνα, πλημμύρες, ανεμοστρόβιλους, βρομιές, διαπλοκές, μίζες, λαμογιές κι ολόχρονα να σφάζονται οι κυβερνώντες με την αντιπολίτευση στης οσονούπω εκλιπούσας την ποδιά. Χριστέ μου, που μόλις σπαργανώθηκες, πώς τ’ αντέχουμε όλ’ αυτά ακόμα και τις τελευταίες μέρες μιας τέτοιας χρονιάς;
Την στέλνουμε λοιπόν, να μην πω πού, εμείς τα πρόβατα που βόσκουμε από τους καναπέδες, στο κουτόχορτο απ’ το γυαλί. Ε, μα ήταν λέει, με το κινέζικο ωροσκόπιο, η χρονιά του προβάτου, να την χαλάσουμε εμείς τη μανέστρα; Ορκίζομαι -που τ’ αποφεύγω η αμαρτωλή!- να μην ψάξω τι είσαι στο κινέζικο, δεν με παίρνει! Λέω, η πονηρή, βρε, έτσι και μας βγει κανένα αιμοβόρο θηρίο να το ξέρω από τώρα; Άσε, να μένει καλύτερα.
Αλλά εσύ, τη δουλειά σου. Πάρε τη χαρά τώρα που την έχεις, κι εμείς λέμε το «ταχ’ αύριον έσεται άμεινον» που λέγανε οι αρχαίοι, ίσως το αύριο να είναι καλύτερο. Και διώχνουμε τον φόβο πως πίσω την έχει η αχλάδα την ουρά, επιστρατεύοντας γούρια πάσης φύσεως προοριζόμενα διά πάσαν νόσον και πάσαν… επινοημένα από αμέτρητους που στοχεύουν στην τσέπη μας και ποντάρουν στην αφέλειά μας.
Φουκαριάρικο! Να ’ξερες τι σε περιμένει! Μας βλέπεις που δια…στέλνουμε τον παλιόγερο για τα μάτια σου, μορφονιέ μου. Να ’μαι από μια μεριά να δω την κλοτσοπατινάδα που θα φας σαν έρθει η ώρα σου - ούτε που θα το καταλάβεις πώς ήρθε. Και θ’ ακούσεις όσα ακούει ο νυν εξαποστελλόμενος, μην σου πω και χειρότερα. Γιατί αυτό φοβάμαι, τι φοβάμαι, τρέμω!
Την επανάληψη, που, ναι μεν κάτω από κάποιες συνθήκες είναι «μήτηρ της μαθήσεως», αλλά, αγοράκι μου, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι μήτηρ πόνου, οδυρμού και ντροπής για το ανθρώπινο γένος. Και οι οιωνοί λένε πως δεν την αποφεύγουμε τη ρημάδα. Μια απ’ τα ίδια μάς περιμένουν. Ε, καλά, θα συνεχίζονται οι διατρήσεις, τα προικιά μας κάτω απ’ τη θάλασσά μας θα γίνονται εργαλείο για να πλουτίζουν αυτοί που τα κουμαντάρουν, αποφασίζοντας για μας χωρίς εμάς βέβαια. Άλλοι μάς τάζουν πως θα ’χουμε εκατομμύρια τουρίστες, θ’ ανοίξουμε και καζίνο για να τραβάμε όσο γίνεται και πιο πολλούς στα όμορφα μέρη μας!
Α, και θα μας φέρεις, λέει, πιθανότατα λύση. Του ποιου; Του εξηντάχρονου βρικολακιασμένου άλυτου; Και θα φτουρήσει; Γιατί, μην σου κακοφανεί αργότερα, σ' το λέω από τώρα, ό,τι και να γίνει σε σένα θα τα φορτώσουμε. Έχεις που έχεις και τη ρετσινιά του δίσεκτου, του γρουσούζικου με τα δύο εξάρια για ουρίτσα και ζήτω που καήκαμε.
Τέλος πάντων, καλώς μας ήρθες σελίδα άγραφη στην ιστορία. Για το τι θ’ αναγκαστείς να γράψεις…οψόμεθα!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




