Τα διαπλεκόμενα και αντίθετα συμφέροντα στο λιανικό εμπόριο και την αγορά εργασίας βρίσκονται τώρα σε πόλεμο για τον καθορισμό του ωραρίου των καταστημάτων. Εκείνο που λαμβάνεται λιγότερο υπόψη ή και καθόλου είναι το συμφέρον της οικονομίας και τα δικαιώματα και η επιθυμία των καταναλωτών. Φυσικά κάθε ομάδα συμφερόντων έχει τις δικές της επιδιώξεις και τις τεκμηριώνει με λογικά επιχειρήματα. Όμως λύση δεν υπάρχει. Κι αν υπάρξει, θα είναι αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού συμφερόντων και όχι της ορθής και συμφέρουσας για την οικονομία και τους καταναλωτές διαβούλευσης. Αυτός είναι ο στόχος της Βουλής.
Εφόσον έχουμε αποδεχτεί τους όρους της ελεύθερης οικονομίας και της ελεύθερης αγοράς, πρέπει να ενεργούμε με βάση τους κανόνες της. Πρέπει ν' αφήσουμε την αγορά να κάνει τις δικές της ρυθμίσεις, χωρίς επεμβάσεις και επιβολές. Το κράτος πρέπει να βρίσκεται στο περιθώριο και να κάνει αυστηρό έλεγχο, ώστε να υπάρχει και να λειτουργεί ελεύθερος ανταγωνισμός και να εφαρμόζονται με αυστηρότητα οι νόμοι και κανονισμοί για τα δικαιώματα και την προστασία των εργαζομένων.
Μόνο στον τομέα αυτό πρέπει να επεμβαίνει η Πολιτεία και μάλιστα με αυστηρότητα. Οι επιχειρηματίες πρέπει να είναι ελεύθεροι να πάρουν όποια μέτρα θέλουν και να εφαρμόσουν κάθε διαδικασία, για να μειώσουν τα κόστη και να πουλούν φθηνότερα, για να προσελκύσουν πελατεία. Το ωράριο πρέπει να είναι ελεύθερο. Έναν μόνο παράγοντα του κόστους πρέπει να ελέγχει το κράτος. Το εργατικό κόστος. Γιατί αν αφεθεί στα χέρια των επιχειρηματιών, τότε θα γίνεται ανίερη εκμετάλλευση των εργαζομένων, που σε περίπτωση οικονομικής κρίσης, το κεφάλαιο θα μετατρέπει τους εργαζόμενους σε είλωτες.
Μπορεί να καθοριστεί όριο χαμηλότερης αμοιβής ανά ώραν εργασίας για τις πρώτες 40 ώρες εβδομαδιαίως, δεύτερη υψηλότερη αμοιβή για τις υπερωρίες και τρίτη για τις ώρες της Κυριακής και των αργιών. Ο κάθε μόνιμος υπάλληλος θα εργάζεται τις 40 ώρες εβδομαδιαίως και, αν επιθυμεί, να εργαστεί υπερωρίες και αργίες. Οι εργοδότες θα μπορούν να προσλάβουν υπαλλήλους με μερική απασχόληση, για να καλύψουν τις ώρες λειτουργίας της επιχείρησης. Οι όροι εργασίας των εργαζομένων πρέπει να ελέγχονται αυστηρά και να είναι ποινικό αδίκημα τόσο για τον εργοδότη, όσο και για τον υπάλληλο, που αποδέχεται ή καλύπτει παράβαση των όρων από τον εργοδότη.
Σήμερα οι μικροεπιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου δεν μπορούν να συναγωνιστούν τα μεγαλοκαταστήματα. Ζητούν, λοιπόν, να περιορίσουν τις ώρες λειτουργίας τους, για να μπορούν κι αυτοί να κλείουν τα καταστήματά τους και να ξεκουράζονται τουλάχιστον τις Κυριακές. Έχουν δίκαιο κι αυτοί και οι οικογένειές τους. Όμως ο περιορισμός του ωραρίου δεν θα λύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Η λύση βρίσκεται σε δομικές αλλαγές, που έτσι κι αλλιώς θα τις επιβάλει ο νόμος της ελεύθερης αγοράς.
Δεν είναι λογικό να κλείουν όλα τα καταστήματα τις Κυριακές, επειδή τα μικροκαταστήματα δεν μπορούν ή δεν θέλουν να ανοίγουν την Κυριακή. Τα μικροκαταστήματα δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματά τους με τον περιορισμό του ωραρίου. Μπορούν όμως να κάμουν τέτοιες αλλαγές, που να μπορούν και τα καταστήματά τους να λειτουργούν και τις Κυριακές, χωρίς να χάνουν τις αργίες και την ξεκούρασή τους. Ή να διατηρούν το ωράριο που επιθυμούν εφαρμόζοντας καινοτομίες, επιλογή ποιοτικών προϊόντων και επιδιώκοντας ειδική πελατεία, με την οποία να αναπτύσσουν προσωπικές σχέσεις εξυπηρέτησης. Έτσι μόνο μπορούν να ανταγωνιστούν τα τεράστια καταστήματα με την απρόσωπη εξυπηρέτηση και σχέση.
Κάποια καταστήματα μπορεί να κλείσουν, επειδή δεν θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό. Και όπως βεβαιώνει η οργάνωσή τους, πολλά έχουν κλείσει. Το ωράριο είναι ένας λόγος, όχι όμως ο πιο σημαντικός. Οι αλλαγές στην αγορά είναι απαραίτητες και πρέπει να μεθοδεύονται από τους καταστηματάρχες και όχι να αντιμετωπίζονται παθητικά και αμυντικά. Σκεφτείτε μόνο πως υπήρξε εποχή που πολλές επιχειρήσεις ήταν δασμοσυντήρητες και δεν φρόντιζαν να γίνουν ανταγωνιστικές.
Σήμερα είναι αδιανόητο και παράλογο να προστατεύεις τα συμφέροντα μιας επιχείρησης, επιβάλλοντας δασμούς σε ανταγωνιστικά προϊόντα. Κάποτε για πολλά προϊόντα καθοριζόταν ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης σε βασικά προϊόντα με βάση το κόστος παραγωγής, για να προστατεύεται ο καταναλωτής. Όταν καταργήθηκε αυτή η διαδικασία, οι τιμές έπεσαν, γιατί λειτούργησε ο ανταγωνισμός και ευνοήθηκαν οι καταναλωτές. Πολλές αλλαγές στην κοινωνία δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτες ή ευχάριστες. Όμως η κοινωνία αλλάζει και προχωρεί.
Το κράτος πρέπει μόνο να κατοχυρώνει τον ανταγωνισμό και να επιβάλλει και να διασφαλίζει τα δικαιώματα και τις αμοιβές των εργαζομένων. Τα άλλα θα τα καθορίζουν οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς. Ακόμα και το ωράριο των καταστημάτων.




