….τραγουδούν τα χείλη; Ποια χείλη, Άγιε των παιδικών μας χρόνων που σε καλούσαμε «να καλωσορίσεις τα καλά παιδιά…», που σε περιμέναμε, όχι μόνο μ’ ανοικτή καρδιά, μα και με άδεια χέρια.

Δώρα; Εκείνους τους καιρούς; Πόσα παιδιά τα ΄ξεραν; Πόσα στόλιζαν δεντράκι; Κι όσα το κατάφερναν επιστράτευαν ασημόχαρτα απ’ τα πακέτα τα τσιγάρα που μάζευαν ολόχρονα. Άσε που και τότε τα τσιγάρα αγοράζονταν ένα-ένα (ποιος να το ΄λεγε πως θα το ξαναζούσαμε ύστερα από τόσα χρόνια;), και ήταν η σοδειά φτωχική, την πλουτίζαμε με χάρτινα αυτοσχέδια στολίδια.

Με τι λαχτάρα σε περιμέναμε! Ψάχναμε καρφίτσες να κρατήσουμε βλέφαρα ανοιχτά μπας και σε δούμε, έτσι στρουμπουλό, ροδαλό, με τ’ άσπρα σου γένια, στα ολοκόκκινα ντυμένο, να μας αφήνεις το κατιτίς μας. Και να λαχταρούσαμε κάτι και να τολμούσαμε να το ζητήσουμε, μας έφτανε ό,τι μας άφηνες δίπλα στα παπούτσια μας. Ώσπου έπεσε το κάστρο της αθωότητας. Προδίδονταν, άθελά τους, με τις μασημένες απαντήσεις τους, οι μεγάλοι. «Υπάρχει;» «Και βέβαια υπάρχει» «Γιατί δεν τον βλέπουμε;» «Ντρέπεται, φοβάται μη δεν σ’ αρέσει το δώρο του».

Ε, ναι, το παιγνίδι παίζεται και σήμερα. Αλλού με πολλά, αλλού με λίγα. Μα παίζεται. Ανάγκη πρώτη για το παιδί τ’ όνειρο. Και θα ΄ρθεις πάλι, χοντρούλη αγαπημένε. Μα τ’ όνειρο έγινε, φέτος ειδικά, εφιάλτης. Στην αρχή δύο, ύστερα τέσσερα, έξι, χτες δέκα, Άγιέ μου! Δέκα παιδιά να τα ξερνάει η ψαρόβαρκα που το ΄παιζε υπερωκεάνιο για να πλουτίσουν κάποιοι. Και μη μου πει κανείς πως αυτά είναι μουσουλμανάκια και δεν σε ξέρουν.

Τα ξεράδια τους, πες τους, Άγιέ μου. Παιδιά είναι, τίποτα άλλο. Ανοίγουμε την τηλεόραση και θέλουμε να τσιρίξουμε: «Όχι άλλα παιδιά, Άγιέ μου, όχι άλλα παιδιά να τα μαζεύουν παγωμένα κουφάρια απ’ τα κύματα. Φτάνει! Ακούς; Κι αν αγαπάς τα παιδιά όλου του κόσμου, κάνε κάτι (ας βάλω και το «αν μπορείς», που παίζεται)».

Έλα: Για τα παιδιά στα σύνορα των «πολιτισμένων» χωρών, που τους φωνάζουν «πρόσφυγες δεν περνάνε, βρε, πώς να σας δώσουμε να το καταλάβετε;»
Για τα παιδιά που σκουπίζουν (λερώνουν) τζάμια αυτοκινήτων για ένα δεκαρικάκι. (Σπαράζεις ν’ ακούς τον Μήτσο στο «Ζητιανάκι της Κατεχάκη»).
Για τα παιδιά μέσα σε χαλάσματα, χωρίς φαΐ, χωρίς παιγνίδι, χωρίς αγκαλιά.
Για τα παιδιά σε στέγες, χωρίς δικό τους άνθρωπο, τέτοιες μέρες που ξεχειλίζει η ανάγκη της αγάπης.
Για τα παιδιά που φτιάχνουν με τα δακτυλάκια τους χιλιάδες κόμπους σε πανάκριβα χαλιά, για να μην πεθάνουν από την πείνα εκείνα κι οι γονιοί τους.
Για τα παιδιά θύματα της πλήξης τού «τα έχω όλα», που τους στερούμε την ψυχοτρόφο λαχτάρα να λαχταράς κάτι.
Για τα παιδιά που τσιτσιδώνονται μπροστά στις κάμερες για να «ανάβουν» κάποιοι άρρωστοι «συνάνθρωποι» (καταχρηστικός ο όρος).

Τέλος πάντων, καλώς να έρθεις κι αυτή τη μαύρη, για κάποια παιδιά, χρονιά. Θα βρεθούν και φέτος πολλά που θα σου τραγουδήσουν το «Και δεν μας καταδέχεται». Από την Καισαρεία, απ’ όπου κι αν έρχεσαι, έλα να ξαναζήσουμε κι εμείς που σιτέψαμε, σαν μικρά παιδιά, τ’ όνειρο. Το ΄χουμε ανάγκη μες στον εφιάλτη που ζούμε. Α, και μεσίτεψε, αν μπορείς, για μια καλύτερη χρονιά για τα παιδιά όλου του κόσμου! Που, μεγαλώνοντας, θα σου λένε πάντα ένα ζεστό ευχαριστώ για τ’ όνειρο που τους χαρίζεις.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ