Παν-Υψηλότατε (κυριολεκτικά, όχι πως λιώνουμε από εκτίμηση στην ιδιότητά σας!), καλώς - που λέει ο λόγος - μας ήρθατε. Είχαμε που είχαμε το τρελοβοριαδάκι που μας θυμήθηκε ξαφνικά, μας βρήκε κι εκείνο το παγωμένο ανθυπομειδίαμά σας, καπάκι και οι δηλώσεις σας ότι όλα βαίνουν καλώς, πάει το λύσαμε το πρόβλημα, μας σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο. Καθότι, κάτι χιλιάδες χρόνια πριν σας ανακαλύψει, για την κακή μας μοίρα, εκείνος ο αχρείος ο τυχοδιώκτης ο Κολόμβος, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν προειδοποιήσει την τότε ανθρωπότητα: «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας», τουτέστιν, πρόσεχε τι σου προσφέρουν με χαμόγελο οι δυνατοί.

Μπαστακωθήκατε ως υπερδύναμη αφού κάμποσες χιλιάδες μακρινά αδελφοξαδελφάκια μας σας υπηρέτησαν κάτι δεκάδες δεκαετίες ως λαντζιέρηδες, εργάτες, καθαρίστριες, μετά που πέρασαν από το καθαρτήριο του νησιού Έλις όπου ξεχωρίζατε όσους σας έκαναν, τους άλλους, πακέτο πίσω στη δυστυχία τους, τζάμπα τριάντα πέντε μέρες ταξίδι να θαλασσοδέρνονται.

Αυτοί που κρατούσατε χτίκιαζαν για να ζήσουν το αμερικανικό όνειρο που συχνά το γύριζε σε εφιάλτη. Εσείς απλωνόσασταν πάντα όπως σας σύμφερε. Με τους Ναζί κωλώσατε ώσπου σας την έφεραν οι Γιαπωνέζοι στο Περλ Χάρμπορ. Μπήκατε στον χορό, καλύτερους καβαλιέρους από εμάς τους κακομοιριασμένους, ύστερα από 400 χρόνια στη μέγγενη της τουρκιάς και το ευρωπαϊκό ψευτολούστρο με βασιλείς εισαγωγής, δεν θα πετυχαίνατε. Στον όλεθρο που ακολούθησε το δικό μας ΟΧΙ, ε, μας συμπονέσατε αφού βάλατε το δακτυλάκι σας στον εμφύλιο.

Και να το Σχέδιο Μάρσαλ για ανάπτυξη (κάτι θυμίζει ο όρος, την ψάχνουμε κι εμείς εδώ!). Και να το Σχέδιο Τρούμαν, να μην πεθάνουμε από την πείνα, μας αλυσοδέσατε για τα καλά. Αφού το είπε και ο Πρωθυπουργός Πλαστήρας στον Μακάριο σαν απάντηση στο αίτημα της Ένωσης που εσείς κι οι σύμμαχοί σας μάς τάξατε: «Η Ελλάς αναπνέει με έναν πνεύμονα αμερικανικόν κι έναν αγγλικόν, τι θέλετε, να πάθει ασφυξία;» Και προκόψαμε με ό,τι ακολούθησε.

Εντάξει, ένας Τζόνσον σταμάτησε τον Ινονού το 1964 με τους πρώτους βομβαρδισμούς, κι αυτός για τους δικούς του λόγους (βλέπε ισχυρή Σοβιετική Ένωση). Αλλά, το 1967 εσείς στήσατε τους καραγκιόζηδες που μας αποτελείωσαν. Κι ο πρέσβης σας στην Αθήνα ο Τάσκα έπαιξε τον ρόλο του και τον πρέσβη σας στη Λευκωσία ποιος ξέρει ποιος και γιατί τον σκότωσε. Τον φονιά τον Κίσινγκερ, διαμάντι της πολιτικής σας, τον ξεχνάμε;

Για το συνεταιράκι σας την Τουρκία δεν μοιράσατε την Κύπρο; Το βρώμικο Βιετνάμ δεν σας παίρνει να σας το θυμίσουμε, που οι Ναπάλμ σας θέριζαν παιδάκια στους ορυζώνες. Τους Σάνταμ Χουσέιν, τους Γκαντάφι, εσείς τους στήσατε, εσείς τους ξεπαστρέψατε. Τώρα, ήρθε η σειρά του Άσαντ, τάχα μου πονάτε για τους αθώους που δολοφονούν οι Τζιχαντιστές (καλά κουμάσια κι αυτοί!). Τώρα, αφού μας στείλατε κάτι Ντε Σότο, Ανάν, Έιντε, μας παραλάβατε αυτοπροσώπως γιατί τ’ άστρα εναρμονίστηκαν για δικαιότερη και βιώσιμη λύση (δικές σας δηλώσεις).

Πήγατε και στο κομμάτι της γης μας που άρπαξε το φιλαράκι σας με τα δικά σας όπλα. Τάχα μου νοιάζεστε για την ασφάλεια της περιοχής, είμαστε, λέει, κόμβος, όχι για τα πετρέλαιά μας που μυριστήκατε, προς Θεού! Και σας τρώει η έννοια που η ρωσική αρκούδα ξύπνησε κι έχουμε μιαν άλφα στήριξη. Ε, να σας καθησυχάσουμε, μην μας πάθετε και τίποτα. Θα το χλαπακιάσουμε το φαΐ που γι’ άλλη μια φορά μας μαγειρεύετε. Θα πέσουνε, λέει, παράδες, θα γίνουμε, λέει, Σιγκαπούρη και Χονγκ Κονγκ κι ύστερα θα ξυπνήσουμε, πού, πώς, σε ποια χώρα, ως τι, εσείς ξέρετε καλύτερα.

Ποιοι είμαστε εμείς ν’ αμφισβητήσουμε τις καλές σας προθέσεις. Αμερικανάκια μάς κάνατε. Έτσι έλεγαν, δεκαετία του ’60 τους χαζοχαρούμενους αφελείς. Σαν αρνιά θα μπούμε στο μαντρί κι αν δεν υπάρχουν λύκοι θα τους εφεύρετε. Πρωτάρες είσαστε;

Άντε στο…καλό και μην το πάρετε προσωπικά. Α, χαιρετίσματα στην εξουσία, είναι συνθηματικό του τραγουδιστή μας του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, δεν θα ξέρετε τι σημαίνει, γι’ αυτό ρωτήστε κανέναν ρωμιό εκεί να σας το εξηγήσει. Εμάς εδώ δεν μας παίρνει να σας το εξηγήσουμε, φιλοξενούμενός μας είσαστε και τιμούμε τις αρχές μας, τρομάρα μας. Αν δεν σας πειράζει, αφήστε να ευχηθούμε ο καλός Θεός της Κύπρου, που πάντα στο τσακ επεμβαίνει, να βάλει κι αυτή τη φορά το χέρι του. Γιατί αν περιμένουμε από μας…σωθήκαμε γι’ άλλη μια φορά. Άντε Bye.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ