Το Τμήμα Επιθεώρησης Εργοστασίων του Υπουργείου Εργασίας κάλυψε ήδη νομοθετικά θέματα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στους τόπους εργασίας. Και πάλι το ερώτημά μου είναι γιατί χρειάστηκε η δημιουργία μηχανισμού Επιτρόπου Περιβάλλοντος μετά τη δημιουργία της Υπηρεσίας στο αρμόδιο Υπουργείο;

Όπως ανέφερα ήδη, όταν για πρώτη φορά εισήξαμε θέματα περιβάλλοντος στο Δεύτερο Πενταετές Σχέδιο Ανάπτυξης, 1967-71, πολλοί ήταν εκείνοι που επέκριναν το «ατόπημα» αυτό, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην ταχεία ανάπτυξη της οικονομίας. Μέχρι τότε το θέμα περιβάλλον ελάχιστα ή καθόλου λαμβανόταν υπόψη σαν παράμετρος στη λήψη μεγάλου αριθμού αποφάσεων, μερικές από τις οποίες σήμαιναν μακροπρόθεσμη δέσμευση ή και παντοτινή καταστροφή φυσικών πόρων. Το ανθρωποποίητο περιβάλλον, τα κάθε είδους κτίσματα, ρυθμίζονταν στη περίπτωση των πόλεων και των χωριών με έναν παμπάλαιο Νόμο, τον περί Ρύθμισης Οδών και Οικοδομών Κεφ. 96, ο οποίος έπασχε τόσο από πλευράς περιεχομένου αλλά κι από πλευράς εφαρμογής. Αυτή επαφίετο στην κρίση της κάθε Τοπικής Αρχής, η οποία, χωρίς ρυθμιστικά σχέδια και προσωπικό, ασφαλώς αδυνατούσε να ελέγξει αποτελεσματικά την κατάσταση. Το ίδιο ίσχυε και για το περιβάλλον εκτός των κατοικημένων περιοχών, καθώς και το φυσικό περιβάλλον.

Πέραν της νομοθετικής ρύθμισης κάποιων πτυχών, ουσιαστικά δεν υπήρχε ενιαία ρύθμιση που να στηρίζεται σε ένα γενικό ρυθμιστικό σχέδιο.

Μέχρι το 1968 το Τμήμα Πολεοδομίας είχε έτοιμα όλα τα προαπαιτούμενα: Σχετικό Νομοσχέδιο Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας, Σχέδιο για τη Νήσο, Σχέδια για τις Πόλεις και Σχέδια Περιοχής. Τώρα γιατί η νέα Νομοθεσία ψηφίστηκε μόλις το 1972, άρχισε να εφαρμόζεται μετά από είκοσι σχεδόν χρόνια και σχεδόν εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια, θα πρέπει να αναζητηθεί στο σύνδρομο της σιωπηρής ανοχής και την έλλειψη αντίδρασης εκ μέρους ευρύτερων στρωμάτων του λαού σε βασικά θέματα. Η εργασία που έγινε στη δεκαετία του 1960, όμως, βοήθησε να εισαχθεί μια κάποια τάξη τουλάχιστον στις περιπτώσεις που η Κυβέρνηση ήθελε να ελέγξει.

Δυστυχώς, στις πιο πάνω δυσκολίες προστέθηκε κι η εισβολή κι ο διαμελισμός της Κύπρου, οπότε τα χωροταξικά δεδομένα άλλαξαν άρδην και τα εκπονηθέντα σχέδια ανατράπηκαν. Μέχρι σήμερα πολύ λίγη προσαρμογή έχει γίνει στο Γενικό Σχέδιο. Τα πράγματα αντιμετωπίζονται ad hoc με εμφανή την καταπόνηση του περιβάλλοντος κι εκμετάλλευση της κατάστασης ή μάλλον της ακαταστασίας αυτής από τους επιτηδείους, όπως δημοσιοποιήθηκε τελευταία στην περίπτωση αλλαγής πολεοδομικών ζωνών.

Επειδή η «φυσική» ανάπτυξη κι η γεωγραφική κατανομή της είναι η άλλη όψη της ανάπτυξης μαζί με την οικονομική, ως Γραφείο Προγραμματισμού δώσαμε ιδιαίτερη σημασία στον ορθό χωροταξικό/πολεοδομικό προγραμματισμό. Θα αναφερθώ σε μερικές εισηγήσεις που κατά καιρούς κάναμε ή υποστηρίξαμε -και οι οποίες ισχύουν ακόμα με κάποιες προσαρμογές- για ένα καλύτερο περιβάλλον. Θα ήμαστε πολύ πιο αποτελεσματικοί στα θέματα πολεοδομίας εάν επαναφέραμε το Άρθρο του Νόμου του 1972, το οποίο προέβλεπε τη δημιουργία ενός Ταμείου Αποζημιώσεων για να διευκολύνει την εφαρμογή της νομοθεσίας καταβάλλοντας αποζημιώσεις σε όσους επηρεάζονταν αρνητικά από μια πολεοδομική απόφαση, με κονδύλια που θα εισέρρεαν από την επιβολή τέλους βελτίωσης στις περιουσίες άλλων ως αποτέλεσμα αναπτυξιακών έργων ή πολεοδομικών αποφάσεων. Όχι μόνο η διευθέτηση αυτή ενέχει το στοιχείο της δικαιοσύνης -όσοι κερδίζουν να αποζημιώνουν όσους χάνουν- αλλά και θα διευκόλυνε τις σωστές αποφάσεις, όταν θα εξέλιπε το στοιχείο της οικονομικής ζημιάς ή της κερδοσκοπίας των επηρεαζομένων.

Μια άλλη εισήγηση ήταν η εισαγωγή του θεσμού του αστικού αναδασμού κατ' αναλογίαν με τον αγροτικό αναδασμό. Με τη συγκέντρωση της γης σε μεγαλύτερες μονάδες οι πολεοδόμοι θα ήταν σε καλύτερη θέση να σχεδιάσουν την ανάπτυξη στον χώρο με περισσότερο σεβασμό στο περιβάλλον και την αισθητική. Μια ακόμη εισήγησή μας, που μερικώς εφαρμόστηκε, ήταν η λήψη πρόνοιας για την εξωτερική εμφάνιση κτιρίων, ώστε να συνάδει, κατά κάποιο τρόπο, με το περιβάλλον της περιοχής τους. Θα μπορούσε μάλιστα να παραχωρούνται κάποιες χαλαρώσεις στους πολεοδομικούς συντελεστές προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις. Τέλος, ήταν ιδιαίτερη η επιμονή μας στην ανάγκη επεξεργασίας κι εφαρμογής μιας πολιτικής κινήτρων για τις διατηρητέες οικοδομές. Έστω και με κάποια καθυστέρηση, αφού στο μεταξύ ακόμη και νύκτα έγινε η κατεδάφιση παλιών οικοδομών, υιοθετήθηκε γενική πολιτική για τις πόλεις και τα χωριά.

Αλλά την εφαρμογή μέτρων προστασίας κι ορθολογιστικής ανάπτυξης του περιβάλλοντος προωθήσαμε και με διάφορα σχέδια ανάπτυξης. Αναφέρω την επεξεργασία σχεδίου για απομάκρυνση των λατομείων του Πενταδακτύλου πολύ πριν τον αναγκαστικό εκτοπισμό, τον διαχωρισμό των χρήσεων αστικών οδικών αρτηριών μεταξύ τροχοφόρων και πεζών, τη δημιουργία/προστασία χώρων πρασίνου στις πόλεις, κατά μήκος των αυτοκινητόδρομων κι αλλού, την προστασία των παραλιών από τη διάβρωση, την κατασκευή αποχετευτικών συστημάτων, τη δημιουργία βιομηχανικών και κτηνοτροφικών περιοχών/ζωνών, τη συλλογή και διάθεση σκυβάλων, τους βιολογικούς σταθμούς καθαρισμού των υγρών αποβλήτων, αλλά και τη θέσπιση αντισεισμικών κανονισμών, την οργάνωση της Πολιτικής Άμυνας κ.ά.

Η σύσταση ανάλογου μηχανισμού για τον έλεγχο του φυσικού περιβάλλοντος καθυστέρησε. Το 1970 η Επιτροπή Προγραμματισμού αποφάσισε τη δημιουργία μιας μικρής Μονάδας Περιβάλλοντος στο Τμήμα Δασών. Έκτοτε η Υπηρεσία αναζητούσε μόνιμη εγκατάσταση για να ριζώσει κι αναπτυχθεί. Στο τέλος αποφασίστηκε η δημιουργία της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος στο Υπουργείο Γεωργίας στις αρχές της δεκαετίας 1990. Αυτή ήταν κι η τελευταία επίσημη ανάμειξή μου στο θέμα αυτό βοηθώντας να υπερπηδηθούν τα μόνιμα εμπόδια στην ίδρυση της Υπηρεσίας. Το Τμήμα Επιθεώρησης Εργοστασίων του Υπουργείου Εργασίας κάλυψε ήδη νομοθετικά θέματα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στους τόπους εργασίας. Και πάλι το ερώτημά μου είναι, γιατί χρειάστηκε η δημιουργία μηχανισμού Επιτρόπου Περιβάλλοντος μετά τη δημιουργία της Υπηρεσίας στο αρμόδιο Υπουργείο;

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com