«Εμείς, αδελφέ μου,
δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε τον κόσμο
Εμείς, αδελφέ μου,
τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Στίχοι του Γιάννη Ρίτσου από τη συλλογή «Καπνισμένο τσουκάλι» που τραγουδήθηκε μελοποιημένη από τον Χρίστο Λεοντή. Είναι 1974, λίγο μετά το πραξικόπημα, που κατέστρεψε την Κύπρο κι ο ευαίσθητος πατριώτης ποιητής πονά. Ο Γιάννης Ρίτσος που γεννήθηκε στη Μονεμβασιά, το 1909, πρωτοεμφανίστηκε το 1934 με την ποιητική συλλογή «Τρακτέρ» και είχε ήδη δώσει είκοσι περίπου ποιητικές συλλογές με κορυφαία τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας». Με τη συλλογή «Ύμνος και Θρήνος για την Κύπρο» στέλνει το μήνυμα:
«Κουράγιο μικροκόρη μας που μας έγινες μάνα
ύμνος και θρήνος της ζωής ανάστασης καμπάνα».
Μα πολύ πριν έχει στείλει στην ποιητική αθανασία με τον δικό του μοναδικό τρόπο τον δικό μας τον Γρηγόρη Αυξεντίου με το έργο του «Αποχαιρετισμός», ένα μακροσκελές ελεγείο, ύμνο στη θυσία του ανθρώπου για τα ιδανικά που ο ίδιος διαλέγει να τον εκφράζουν.
«Βιάζονται όλοι αυτοί που με κυκλώνουν
Δεν προλαβαίνω να κάνω σχεδόν τίποτε,
μόλις που προλαβαίνω να πεθάνω,
να καρβουρνιάσω το κορμί μου στη φωτιά
να τσακίσω τα κόκκαλά μου,
ν’ αφήσω να στραγγίσει το αίμα μου,
στις μαύρες πέτρες του Μαχαιρά…
Περίεργο: Θυμάμαι σήμερα το γάμο μου,
θυμάμαι πως δεν πρόλαβα να σπείρω
ένα μελαχροινό παιδί μ’ ολόσγουρο κεφάλι,
δεν πρόλαβα ν’ αγκαλιάσω ένα μου παιδί
και με συντρίβει ο Χάρος
Δεν πειράζει…
Ίσως με την αγάπη σας
θα γίνω κάποια οδός.
Άγαλμα ίσως θα με κάνετε
για να με καίει ο ήλιος
και να με σκάβει η βροχή.
Άγαλμα που θα 'ρχονται να με μελετούν
με τα μεγάλα μαύρα μάτια τους
τα δικά σας παιδιά…
Δεν πειράζει…»
Ένας Αριστερός δοξολογεί έναν Δεξιό όπως ίσως κανένας δεξιός. Πάμε όμως πίσω, όταν στις 9 Μαΐου 1936, ο Ρίτσος, αντικρίζοντας μια μάνα να θρηνεί το νεκρό παιδί της μετά από σύγκρουση σε πανεργατική απεργία, εμπνέεται τον «Επιτάφιο».
«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω
Άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες επάνω στο λιακωτό
κι αγνάντευες και δίχως να το κρένεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Πού πέταξε τ’ αγόρι μου, πού πήγε, πού μ’ αφήνει
χωρίς πουλάκι το κλουβί χωρίς νερό η κρήνη».
Μα είναι η Μεταξική δικτατορία, δέκα χιλιάδες αντίτυπα του έργου γίνονται ανάρπαστα, αλλά τα τελευταία 250 καίγονται στις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Μόνο το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης θα το ζωντανέψει σφραγίζοντας τον πολιτισμό της Ελλάδας. Για το έργο του αυτό ο Ρίτσος προτάθηκε το 1968 από 75 Γάλλους ακαδημαϊκούς και νομπελίστες για το βραβείο Νόμπελ, που δεν αξιώθηκε. Ούτε το ίδιο το κόμμα του δεν στήριξε την υποψηφιότητά του. Η τρυφεράδα του, το πανανθρώπινο άπλωμα της ψυχής του, οι επιλογές του ενοχλούσαν, όσο και η αρχαγγελική θωριά του.
Δεν του στέρησαν όμως επτά διεθνή βραβεία από τη Γαλλία, τη Σοβιετική Ένωση, το Βέλγιο, την Ιταλία, ούτε και άπειρες αγορεύσεις σε διδάκτορα από ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια.
Ποιος είναι όμως ο Ρίτσος; Ο βάρδος των λαϊκών αγώνων, ο μοναχικός σκεπτικιστής, ο απαρηγόρητος παρηγορητής του κόσμου, ο βαθιά αισθησιακός που ρουφάει όλους τους χυμούς της ζωής με κάθε πόρο του και μεταμορφώνει τη σάρκα σε φλεγόμενη βάτο; Ίσως όλα αυτά. Ήδη από το 1932 ο Κωστής Παλαμάς για το έργο «Το τραγούδι της αδελφής μου», που ο Ρίτσος έγραψε για την αδικοχαμένη αδελφή του, τον προσφωνεί με τις λέξεις «Να παραμερίσουμε, ποιητή, για να περάσεις». Θύμα κι ο ίδιος της φυματίωσης που θέριζε τη μετακατοχική Ελλάδα, ο Ρίτσος εξορίζεται το 1948 στη Λήμνο, μετά στη Μακρόνησο, στον Άη Στράτη ώς το 1952. Στο μεταξύ έχει γράψει τη «Ρωμιοσύνη» και την «Κυρά των Αμπελιών», εποποιίες της Αντίστασης.
Παλεύει να συντηρήσει την πίστη στην Αριστερά για ανάκτηση των χαμένων ελπίδων της ματοβαμμένης πατρίδας, μέσα από υποτροπές της αρρώστιας. Ώσπου, στα 1954, συναντά στη Σάμο, που θα γίνει αργότερα καταφύγιό του, τη γιατρό Φιλίτσα Γεωργιάδη. Αυτή θα του χαρίσει τέσσερεις σχεδόν δεκαετίες γαλήνης, αγάπης, στήριξης κι αυτός εμπνέεται τη «Σονάτα στο Σεληνοφώς» που του χαρίζει το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1956. Ήδη από το 1955 η Φιλίτσα τού έχει χαρίσει, στα 46 του χρόνια, σε όψιμη πατρότητα, την κόρη του Έρη:
«Κοριτσάκι μου,
θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν στον ύπνο σου
κοιμήσου κοριτσάκι μου
πρέπει να μεγαλώσεις… είναι πολύ μακρύς ο δρόμος».
Στις 21 Απριλίου 1967 ο Ρίτσος συλλαμβάνεται από τους πρώτους, εξορίζεται στη Γυάρο, ύστερα στη Λέρο. Μα θα ’ναι απ’ τους πρώτους που θα βρεθεί στα γεγονότα του Πολυτεχνείου το 1973.
Τιμημένος με άπειρες διακρίσεις, με κυριότερη το βραβείο «Ποιητής της διεθνούς ειρήνης» του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών το 1986, συνεχίζει την πορεία του. Ώς τις 11 Νοεμβρίου 1990 που θα φύγει από τη ζωή θ’ αφήσει εκατό ποιητικές συλλογές, τέσσερα μυθιστορήματα, άπειρες μελέτες και μεταφράσεις ξένων ποιητών και συγγραφέων.
Άδικο να μη δώσουμε μικρό δείγμα πεζής γραφής του: «Κανένας, μα κανένας δεν φταίει για τίποτα. Κανένας, εκτός από τον καπιταλισμό, τον φασισμό, τον ιμπεριαλισμό, όπως το φωνάζουν τα λεφούσια οι διαδηλωτές, νέα παιδιά, οι ανάπηροι του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, οι πρόσφυγες, οι εξόριστοι, οι φυλακισμένοι, οι κρεμασμένοι, οι αποκεφαλισμένοι. Μήπως υπάρχει κάποιο φάλτσο στην ανθρώπινη φύση ή τη μοίρα;». Κι όμως, ορμηνεύει: Να κάνετε όνειρα, αυτά θα σας ανεβάσουν στ’ αστέρια. Τάζει στον πονεμένο άνθρωπο:
«Οι πιο όμορφες μέρες είναι αυτές που δεν τις ζήσαμε ακόμα
Οι πιο όμορφες θάλασσες είναι αυτές που δεν τις ταξιδέψαμε ακόμα»
Ο Γιάννης Ρίτσος τάφηκε στην αγαπημένη του γενέτειρα Μονεμβασιά, απ’ όπου, κατά τη γραφή του, «θα πονά πάντα για την πίκρα του κόσμου». Και δίνει την τελευταία προτροπή για κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται για το δίκιο:
«Μην τους φοβάσαι. Στο φόβο σου ποντάρουν».




