Οι ιδιωτικοποιήσεις ημικρατικών οργανισμών είναι θέμα που βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης και του μνημονίου. Το μνημόνιο προνοεί ιδιωτικοποιήσεις ή μετοχοποιήσεις και η Κυβέρνηση τις αποδέχεται, λόγω ιδεολογίας, αλλά και για να μπουν χρήματα στο κρατικό ταμείο, που είναι μείον. Όμως προσπαθεί να «ρίξει» το θέμα στα μαλακά, επειδή φοβάται το πολιτικό κόστος και την απώλεια των ψήφων, όσων θα επηρεαστούν αρνητικά. Την ίδια τακτική ακολουθούν και τα κόμματα που, περισσότερο από την Κυβέρνηση, επηρεάζονται από κομματικά στελέχη, που έχουν άμεσα συμφέροντα και επηρεάζονται δυσμενώς από τις αποκρατικοποιήσεις.

Φυσικά, την εντονότερη αντίδραση εκφράζουν οι συντεχνίες των υπαλλήλων. Είναι κατανοητό και αποδεκτό. Οι συντεχνίες έχουν στόχο την εξυπηρέτηση και την προστασία των συμφερόντων και κυρίως των «κεκτημένων» των μελών τους. Βλέπουμε με κατανόηση την αντίδραση των συντεχνιών. Και θα είχαν περισσότερο την κατανόησή μας αν έλεγαν ντόμπρα, ότι ενεργούν για να διαφυλάξουν τα συμφέροντα των μελών τους. Αυτοί όμως βρίσκουν χίλιες δυο προφάσεις για να αποκρύψουν τα πραγματικά τους κίνητρα και να μας πείσουν ότι κίνητρό τους είναι η διαφύλαξη του δημόσιου συμφέροντος.

Τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών δεν ήταν πειστικά. Η κυβερνητική πλευρά προσπαθεί να εξισορροπήσει την επιθυμία της για ιδιωτικοποιήσεις και την υποχρέωσή της από το μνημόνιο με την μικροπολιτική επιθυμία της να μην πλήξει τα συμφέροντα στελεχών του κόμματός της και των ψηφοφόρων της. Θέλει και την πίτα σωστή και τον σκύλο χορτάτο. Οι πολίτες, όπως πάντα, υποπτεύονται ότι πίσω από τα επιχειρήματα βρίσκονται και τα μεγάλα συμφέροντα των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Οι συντεχνίες κανένα δεν πείθουν ότι νοιάζονται μόνο για το δημόσιο συμφέρον. Όλοι ξέρουν πως νοιάζονται για τον υψηλό μισθό τους, για τους προνομιακούς όρους εργασίας και για προνόμια, που τα αποκαλούν κεκτημένα. Έχουν κι αυτοί τους υποστηρικτές των θέσεών τους. Είναι οι βουλευτές που κυνηγούν την ψήφο τους, είναι οι συγγενείς και οι οικογένειές τους που είναι κι αυτοί... θιασώτες του δημόσιου συμφέροντος, θέτοντας φυσικά πιο πάνω και το δικό τους συμφέρον. Το κοινό παρακολουθεί τις εξελίξεις, αναμένοντας το δικό του συμφέρον, που είναι οι πιθανές καλύτερες τιμές, που θα προέλθουν από σωστή διαχείριση και ελεύθερο ανταγωνισμό. Αν αυτά μπορούν να έρθουν, χωρίς να πωληθούν οι ημικρατικοί οργανισμοί, ακόμα καλύτερα.

Εμείς οι πολίτες δεν ακούσαμε, ώς τώρα, κανένα πειστικό επιχείρημα από οποιαδήποτε πλευρά. Έτσι σιωπούμε, επειδή δεν κατέχουμε τις απαραίτητες γνώσεις για το θέμα. Όμως ένα άρθρο σε καθημερινή εφημερίδα μάς κάνει να σκεφτούμε ότι κάποιοι δεν τα λένε και τόσο καλά. Είναι ένα άρθρο του κ. Χρ. Πρωτοπαπά, που αναφέρεται στην ιδιωτικοποίηση της ΑΤΗΚ.

Ο κ. Πρωτοπαπάς αναφέρει μερικά πράγματα, που αποτελούν μομφή για τις κυβερνητικές ενέργειες. Η πρώτη μομφή είναι ότι η Κυβέρνηση μεταφέρει στον κρατικό προϋπολογισμό το μισθολόγιο των υπαλλήλων της ΑΤΗΚ. Αυτό ισοδυναμεί με κρατική ενίσχυση που απαγορεύεται και αποτελεί ευνοϊκή μεταρρύθμιση, η οποία εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ιδιωτικού κεφαλαίου, που θα αγοράσει την ΑΤΗΚ, χωρίς δυσβάστακτα βαρίδια. Κυβέρνηση και συντεχνίες επικροτούν τη διευθέτηση για ευνόητους λόγους.

Η δεύτερη μομφή είναι ότι η Κυβέρνηση δεν μεταφέρει σε δική της νέα εταιρεία το ιδιόκτητο διεθνές δίκτυο υποβρύχιων καλωδίων, που είναι σημαντικός εθνικός πλούτος και κυρίως υποδομή, του οποίου πρέπει να έχει τον άμεσο κυβερνητικό έλεγχο. Αυτός ο πλούτος φυσικά ενδιαφέρει άμεσα τους αγοραστές, γιατί είναι αυτή η υποδομή που θα τους αποφέρει τα μεγάλα κέρδη, είναι η κότα με τα χρυσά αβγά.

Αυτό το τελευταίο δεν το σχολιάζει φυσικά η Κυβέρνηση. Αλλά γιατί δεν το σχολιάζουν οι συντεχνίες των υπαλλήλων, ενώ έπρεπε να είναι η ναυαρχίδα των επιχειρημάτων τους για το δημόσιο και εθνικό συμφέρον;

Αλλά τι να πει κανείς. Πρέπει να κάμει ειδική διατριβή για να βρει κάποιος τι κρύβεται πίσω από κάθε επιχείρημα και από κάθε θέση που υποστηρίζει οποιαδήποτε πλευρά. Και πάντα καταλήγει σε κάποιου είδους οικονομική διαπλοκή, που είναι το σήμα κατατεθέν της κοινωνίας μας. Δυστυχώς.