Κατά την εδώ παράνομη προχθεσινή παρουσία του, ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας φρόντισε να διατυπώσει, κατά τρόπο ρητό, την ιδέα που πολλοί προβάλλουν τελευταίως, ότι η επιδιωκόμενη ή επικείμενη λύση του Κυπριακού θα διαμορφώσει ένα πρώτο παράδειγμα ειρηνικής συμβίωσης χριστιανών και μουσουλμάνων. Προωθεί σαφώς την «ιδέα» ώστε για μιαν ακόμη φορά η Κυπριακή Δημοκρατία, πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα καταστεί όπως και με την όχι τυχαία κουρά των καταθέσεων, αντικείμενο ενός πειράματος! Ο δε κ. Ακιντζί πρόσθεσε προκλητικά ότι ο «τουρκοκυπριακός λαός» επιθυμεί τη διζωνική δικοινοτική λύση (λέγε συνομοσπονδία) ως δικαίωμα για να έχει τη δική του πολιτεία. Όλα αυτά ενώ την ίδια στιγμή, προκλητικά, η Τουρκία παραβίαζε τον εναέριο χώρο της Ελλάδος με έξι πολεμικά αεροπλάνα της, ως μια επίδειξη δύναμης και μη σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου. Χωρίς να υπάρχει καταδίκη αυτής της από χρόνια κλιμακούμενης αυξητικά παρανομίας, από τον οποιονδήποτε αξιωματούχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε μια περίοδο που η Τουρκία κατηγορείται άμεσα ή είναι γνωστό σε όλους ότι βοήθησε τους Ισλαμιστές του ISIS, ενώ η κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου την άφησε εκτεθειμένη έναντι της διεθνούς γνώμης και ενώ πρόσθετα για μιαν ακόμη φορά εσωτερικά στην Τουρκία παραβιάζονται ανθρώπινα δικαιώματα (δημοσιογράφοι στη φυλακή για τις απόψεις τους και νεκρός δικηγόρος συνήγορος Κούρδων), δύο χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελλάδα και Κύπρος, δεν διέβλεψαν, και πάλιν ότι η ανοχή εξαγριώνει το θηρίο. Όφειλαν να ζητήσουν ξεκάθαρα, Ελλάδα και Κύπρος, ώστε η Τουρκία να συμπεριφέρεται πλέον ως κράτος που σέβεται το δίκαιο, τους γείτονες και την ανθρώπινη ύπαρξη. Όφειλαν να αντιδράσουν πολλαπλώς και με αφορμή τη σύνοδο των Αρχηγών των 28 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να απαιτήσουν από την Τουρκία ίσο σεβασμό για όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Όφειλαν να μην αποδεχθούν παρασκηνιακές υποδείξεις. Όφειλαν να αναδείξουν το πραγματικό πρόσωπο και την αντίθετη στο δίκαιο, διαχρονική δράση της Τουρκίας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη σύμφωνη γνώμη Ελλάδας και Κύπρου, αντί αυστηρών υποδείξεων, χάιδεψε και πάλι την Τουρκία. Έτσι η ίδια η Τουρκία απολάβει όσα της πρόσφεραν και παράλληλα μηχανεύεται πώς θα προωθήσει περαιτέρω τις επόμενες δικές τις διεκδικήσεις, μια των οποίων, έκδηλα γνωστή και μεθοδευμένη από τη δεκαετία του 1950, είναι η επικυριαρχία επί της Κύπρου.

Κατά τα άλλα, κάποιοι πολιτικοί σε Κύπρο και Ελλάδα διατηρούν, ακόμη, την ψευδαίσθηση για την πολιτική βούληση της Τουρκίας, ότι δήθεν θα συμβάλει στην επίλυση του Κυπριακού, αποδεχόμενη και την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου. Ουσιαστικά, ο μεγάλος στόχος παραμένει πλέον, κατά την άποψή τους, το να επιβεβαιωθεί η αρχή ότι μια χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν χρειάζεται τις αναχρονιστικές εγγυήσεις παρωχημένων εποχών. Θεωρούν ότι η Τουρκία, δήθεν, χρειάζεται ακόμη τις εγγυήσεις και τα επεμβατικά δικαιώματα, τα οποία αξίωσε και πέτυχε με τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου.

Τότε η Τουρκία προέβλεψε τη χρησιμότητά τους για τους δικούς της στόχους και τις αξίωσε, ενώ η ελληνική πολιτική διορατικότητα της εποχής εκείνης δεν υποψιάστηκε ότι η Τουρκία είχε σχέδια (γνωστά από χρόνια) για την τουρκοποίηση της Κύπρου. Το να μην υπάρξουν τώρα εγγυήσεις στη λύση (που ως εξελίσσονται τα πράγματα θα είναι τουρκικών προδιαγραφών), δεν μπορεί να κριθεί ως επιτυχία της πλευράς μας και ούτε μπορεί να παρουσιαστεί ως μέγα επίτευγμα το να μην προβλέπει η όποια λύση εγγυήσεις. Αποτελεί απλώς το χρύσωμα μιας καταστρεπτικής λύσης.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος