Στην πορεία προς τις εκλογές θα έχουμε την ευτυχία, ως ελεύθερα σκεπτόμενοι πολίτες με κριτικό πνεύμα και ελεύθερη άποψη, απαλλαγμένη και αχειραγώγητη από τον άκρατο κομματικό λαϊκισμό, να γίνουμε δέκτες των προεκλογικών στρατηγικών και της αφηγηματικής επιλογής έκαστου κόμματος. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αφηγηματικής, έκαστο κόμμα επενδύει συνήθως στις αδυναμίες των αντιπάλων του ή στα δικά του πλεονεκτήματα, τα οποία διαβαθμίζονται στ' αφτιά των πολιτών ως πειστικά, σχετικά πειστικά ή ως αναξιόπιστα. Καθοριστικό παράγοντα στις προσλαμβάνουσες του κάθε πολίτη παίζει η προσωπική του θεώρηση της πραγματικότητας και το μέτρο του δικού του βολέματος στο πλαίσιο του σαθρού μας πολιτικού κατεστημένου.

Οι πολίτες έχουν, όμως, σε μεγάλο βαθμό συνειδητοποιήσει πια, με τον πλέον οδυνηρό τρόπο, ότι τη διαχρονική στήριξη που εκχωρούσαν στα παραδοσιακά κόμματα, ελλείψει εναλλακτικών επιλογών, την εκμεταλλεύονταν με αισχρότητα οι ολιγαρχικές κομματικές συμμορίες προς εξυπηρέτηση μικροκομματικών συμφερόντων, αναμασώντας το κλασικό επιχείρημα «το κόμμα και τα μάτια μας». Επιπρόσθετα, οι θεματοφύλακες του παλαιού κατεστημένου έχουν το θράσος να μας θυμίζουν, ποδοπατώντας κάθε ίχνος προσωπικής μας αξιοπρέπειας, τις «χαριστικές» δήθεν παρεμβάσεις που έκαναν για να μας εξυπηρετήσουν για πράγματα για τα οποία δεν θα έπρεπε να χρειάζεται η παραμικρή παρέμβαση, εφόσον ο κρατικός μηχανισμός τρέφεται εξ ολόκληρου από τις φορολογίες που καταβάλλουν οι πολίτες.

Οι πολίτες είναι, πλέον, αποφασισμένοι να κάνουν την υπέρβαση και να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο, τόσο ως πορεία όσο και ως κατάληξη. Η κούφια ρητορική των πολιτικά γερασμένων ελίτ έχει κουράσει τους πολίτες, οι οποίοι δείχνουν πλέον μια έντονη προδιάθεση να αποτινάξουν την πολιτική ναφθαλίνη του χτες. Οι πολίτες σήμερα είναι πολιτικά πολύ πιο ώριμοι απ' όσο τα κόμματα του κατεστημένου τούς πιστώνουν, και έτοιμοι πάση θυσία να αφήσουν πίσω τους το παρελθόν που τους κυρίευε για δεκαετίες.

Ας μου επιτραπεί σε αυτό το σημείο να παραθέσω τη συλλογιστική διαδρομή του σημερινού ελεύθερα σκεπτόμενου ψηφοφόρου:
Πρώτον, νιώθει απέχθεια και οργή προς τα κόμματα-πυλώνες του κυπριακού πολιτικού σκηνικού και όλα όσα αυτά αντιπροσωπεύουν, και θα ήθελε να απελευθερωθεί από αυτά.

Δεύτερον, τα κόμματα προσπαθούν απεγνωσμένα, μέσω των στρατηγικών αφηγηματικών επιλογών τους, να πείσουν τους πολίτες ότι δεν μπορούν να δείξουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη και να εναποθέσουν τις ελπίδες τους σε νέα «αδοκίμαστα» πολιτικά σχήματα, όπως π.χ. τη Συμμαχία Πολιτών (που αντιπροσωπεύει σήμερα τη μόνη σοβαρή απειλή της μακρόχρονης απόλυτης κυριαρχίας τους). Μάταια όμως, γιατί η μετριοπαθής, συνετή και σοβαρότατη πολιτική παρέμβαση τού εν λόγω πολιτικού σχηματισμού στα κρίσιμα ζητήματα του τόπου μας πείθει όλο και περισσότερο τους πολίτες, πως τα στελέχη της Συμμαχίας (ένα μίγμα φρεσκάδας και εμπειρίας) δικαιούνται να δοκιμαστούν ως κάτι το διαφορετικό.

Τρίτον, συστηματικά και βαθμιαία οι πολίτες πιστώνουν τη Συμμαχία με περισσότερη ανθεκτικότητα απέναντι στους δανειστές, αλλά και ως προς τη διαπραγματευτική πορεία του εθνικού ζητήματος. Επ’ αυτού, εκτιμάται όλο και περισσότερο η κατάθεση εποικοδομητικών προτάσεων και η προσήλωση προς την κοινωνική συνοχή, η οποία δρα ως αντίβαρο στον άκρατο λαϊκισμό, στον οποίο οι παραδοσιακοί κομματικοί σχηματισμοί έχουν συνηθίσει τους πολίτες.

Τέταρτον, το εκλογικό σώμα προσδοκά ότι μια Βουλή με αισθητή την κοινοβουλευτική παρουσία της Συμμαχίας Πολιτών θα ήταν κοινωνικά πιο ευαίσθητη, σε σχέση με τους αδύναμους και τη μεσαία τάξη. Μια Βουλή που θα έχει την πολιτική τόλμη, τη δέουσα κοινωνική ευαισθησία και την ακέραια κοινοβουλευτική κοινωνική παρέμβαση, προκειμένου να κάνει τις μεταρρυθμιστικές εκείνες τομές που επιτάσσει η κοινωνία, και όχι να δρα υπό την δαμόκλειο σπάθη των δανειστών.

Εν κατακλείδι, το «δοκιμασμένο» κοινοβουλευτικό ισοζύγιο δυνάμεων έχει ψηφίσει (μετά από μια αριστοτεχνικά στημένη συνεννόηση), από τον Δεκέμβριο του 2012, όλα τα μνημονιακά νομοσχέδια με τη μορφή του κατεπείγοντος, επικαλούμενο πάντοτε τη συντέλεια του κόσμου. Τα «εδραιωμένα» κόμματα, μπροστά στον φόβο της τιμοκρατικής ψήφου και στον πανικό που παρέσυρε πλέον κάθε ίχνος νηφαλιότητας και ορθολογισμού, προβλέπω ότι δεν θα επενδύσουν πολλά στη ρητορική των μεταρρυθμιστικών τομών που προσδοκά ο πολίτης, γιατί είναι πλέον ξεκάθαρο ότι δεν διαθέτουν το πολιτικό θάρρος να τα βάλουν με το βαθύ κράτος.

Αντ’ αυτού, θα προτάξουν ως λάβαρό τους μια επίπλαστη έξοδο από τα μνημόνια και την «πρόοδο» τον συνομιλιών, θα επενδύσουν βαρύτατα στην αφηγηματική στρατηγική του φόβου για το άγνωστο και «αδοκίμαστο», γεγονός το οποίο στα μάτια των πολιτών θα καταδείξει την πολιτική τους γύμνια και θα αποτελέσει τον πολιτικό τους αυτοευνουχισμό. Δοκιμάσαμε τους «δοκιμασμένους», ας δοκιμάσουμε λοιπόν και τους «αδοκίμαστους».

ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α’ Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών