Η παράνομη μετανάστευση εμφανίζεται στις χώρες υποδοχής, οι οποίες δείχνουν να αδυνατούν ν' αποδεχθούν άλλους μετανάστες. Τα στατιστικά στοιχεία για την παραμονή μετανάστευση αποτελούν εκτιμήσεις των αστυνομικών Αρχών των χωρών και βασίζονται στον αριθμό των συλλήψεων και των απελάσεων των μεταναστών, για τον λόγο αυτό συχνά δεν αντικατοπτρίζουν το πραγματικό μέγεθος την παράνομης μετανάστευσης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σήμερα υπάρχουν τουλάχιστον 4,5 εκατομμύρια παράνομοι μετανάστες στα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αριθμός ο οποίος αυξάνεται κατά 500.000 ώς 700.000 κάθε χρόνο.
Υπολογίζεται ότι 3,4 εκατομμύρια παράνομοι μετανάστες βρίσκονται σήμερα στη Γερμανία, την Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και την Ιταλία. Οι περισσότεροι προέρχονται από το Ιράν, το Ιράκ, τη Συρία, την Τουρκία, το Αφγανιστάν και την Κίνα, αλλά και από τις χώρες της Αφρικής, της Ασίας, την πρώην Σοβιετική Ένωση και χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Περίπου το 40% των παράνομων μεταναστών απελαύνονται στις χώρες καταγωγής τους ή επαναπροωθούνται στη χώρα μέσω της οποίας εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Συχνά πρόκειται για παράνομους οικονομικούς μετανάστες, οι οποίοι αναζητούν μια καλύτερη ζωή σε δημοκρατικό έδαφος. Πολλοί ζητούν πολιτικό άσυλο, όμως οι χορηγίες πολιτικού ασύλου βρίσκονται σε χαμηλά ποσοστά, εκτός από την Κύπρο που τους δίνει πλουσιοπάροχα επιδόματα. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στην Ελλάδα, η οποία θεωρείται το ιδανικό πέρασμα για τους μετανάστες μέσω της θάλασσας, γιατί αποτελεί το σταυροδρόμι τριών ηπείρων.
Ο αυστηρός έλεγχος με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να αντιμετωπίσει την παράνομη οικονομική μετανάστευση δεν μπορεί να είναι η λύση στο ζήτημα, καθ' όσον αντιμετωπίζει τις συνέπειες και όχι τις αιτίες που το προκαλούν.
Η λύση πρέπει να αναζητηθεί στην προαγωγή της ειρήνης και της πολιτικής σταθερότητας, στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών, στην οικοδόμηση της οικονομικής, της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής ανάπτυξης στις χώρες καταγωγής των μεταναστών. Η λύση αυτή, όμως, δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών μίας μόνο χώρας. Χρειάζεται μια κοινή ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, η οποία επί του παρόντος απουσιάζει. Ζήτημα πρώτης προτεραιότητας αποτελεί η αναθεώρηση της Συνθήκης του Δουβλίνου ΙΙ, που προβλέπει επαναπροώθηση των μεταναστών στη χώρα υποδοχής. Η συμφωνία αυτή, η οποία εγκλωβίζει του μετανάστες στο σημείο εισόδου τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταβάλλει την Ελλάδα από χώρα διέλευσης χιλιάδων μεταναστών σε τελικό προορισμό τους.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΡΑΚΟΣ
BSC Business Administration - MBA




