Τι πίνεις; (το «και δεν μας δίνεις» του ελαφρού τραγουδιού, άστο να μένει καλύτερα). Μαστουρώνεις, αρπάς τη μαχαίρα και καθαρίζεις επιτόπου τρία νέα παιδιά, ορφανεύοντας κι ένα βρέφος, άσε γονιούς κι αδέλφια. Τι πίνεις; Γιατί χωρίς μαστούρα κι αγρίεμα απ’ το κυνηγητό της Αστυνομίας, βουτηγμένος σε ανομίες, μόνο κλεισμένος σε τρελάδικο θα ’φτανε ώς εκεί.

Τι πίνεις; Να μας πει η Υπηρεσία Δίωξης ποια καινούργια είδη, τι σκόνες για ρούφηγμα, τι χαπάκια για καταβρόχθισμα, τι ενέσεις για «χτύπημα», κυκλοφορούν. Δεκάδες οι νέες «κρεασιόν», κατά τη γαλλική, δημιουργίες της ανθρώπινης επινόησης. Ούτε κουνέλες να ’τανε οι σακούλες, οι βαλίτσες, οι χαρτοφύλακες που γεννάνε κιλά ουσιών που ακόμα και με δόσεις θα εξολόθρευαν ολόκληρη πόλη. Άσε τις…φυσιολατρικές…ευεργετικές για το περιβάλλον φυτείες σε χωράφια, πίσω από τις καλαμιές, σε γλάστρες με συστήματα αυτόματου ποτίσματος, σε θερμαινόμενα δωμάτια!

Οικογενειακές επιχειρήσεις με κέρδη αμύθητα, διεθνή καρτέλ διακίνησης με πολιτικές που κοιτάνε μη χαλάσουν σχέσεις με χώρες παραγωγής: δίπλα μας στην Τουρκία οργιάζει το εμπόριο της παπαρούνας, απ’ αυτήν κρέμεται ο Αμερικανός κυρίως χρήστης για το ξεπερασμένο, είναι η αλήθεια, όπιο. Τυχαίες οι συμμαχίες; Τυχαία η καλλιέργεια της κόκας στις πάμπτωχες χώρες της Λατινικής Αμερικής;

Τόσα καινούργια προϊόντα κυκλοφορούν, κρακ, κρυσταλλικά κατασκευάσματα, τάχα χαρίζουν την ουσία που ο νέος δεν βρίσκει. Πού να την ψάξει; Στις κλεψιές, στις λαμογιές, στις ματσαράγκες μιας σάπιας κοινωνίας στην οποία το αθέμιτο κέρδος, ο σελεμπριτισμός (να ’σαι στα μέσα και τα έξω, στην τηλεόραση, τα έντυπα και το διαδίκτυο), η αναγνωρισιμότητα και τα λίγα λεπτά προβολής έγιναν θρησκεία. Βρίσκει πρόσχημα να ξεσηκωθεί άλλη θρησκεία και να της δώσει της δυτικότροπης ζωής να καταλάβει, απλώς στερώντας την από αθώους.

Με ποιο δικαίωμα, στο όνομα ποιου θεού; αναρωτιέσαι. Καλά, άμα βρεις την απάντηση, σφύρα την και κατά δω. Σ’ αυτό τον κόσμο της παράνοιας, της παρανομίας, του παραμερισμού αξιών, της κατάργησης ορίων, που αν μπουν έγκαιρα συγκροτούν έναν άνθρωπο με λογική και σεβασμό στον άλλο, πού να την βρεις την ουσία; Να περιμένεις αναγνώριση απ’ αυτούς που κα(κω)λοκάθονται δεκαετίες στις πολυθρόνες βολευόμενοι και βολεύοντας όποιον θα τους χρωστά χάρη και θα ’ναι του χεριού τους;

Σε βομβαρδίζει και η διαφήμιση, ταξίδια, απολαύσεις, ανέσεις που οι παλιότεροι ούτε ονειρεύτηκαν (και μην ακούσω την κακία πως κι εκείνοι «αν τα ήξεραν τα ίδια θα ’καναν» γιατί με χαλάει να δεχτώ πως μάλλον κι αυτοί…μ’ άλλον τρόπο θα ζούσαν), πολύ θέλει ο νέος να ξεφύγει; Ας μην τα ρίχνουμε στην εποχή, αυτή είναι η ανθρώπινη φύση: ακόρεστη στο να επιβληθεί, να ξεχωρίσει, να εξουσιάσει, να υποτάξει. Κι άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Η εικόνα, η φιγούρα, γυμνασμένοι κοιλιακοί, κεντημένο ολόκληρο το κορμί, αντριλίκι που ασκείται με το «όλες κι όλα δικά μου».

Ε, για να κρατήσει όλο αυτό, κάτι δεν θα θέλει; Να σε τονώσει, να σε απογειώσει. Κι ύστερα θολώνει το μυαλό: ποιος είναι αυτός που σου πείραξε την εικόνα και την τιμή του ξηγημένου μάγκα που σεργιανά στο μεϊντάνι; Εσύ δεν σηκώνεις, όχι πολλά-πολλά, ούτε λίγα-λίγα. Αρπάς τη μαχαίρα και καθαρίζεις. Κι άσε τους γραφικούς και αφελείς να γυρεύουν την ανθρωπιά που νιώθεις όταν στα μάτια του άλλου καθρεφτίζεται καθαρός ο εαυτός σου. Ανθρωπιά που σκοτώνει ακόμα και τη σκέψη να τον εχθρευτείς.

Σκοτώνεις μόνο τον κακό εαυτό σου που βλέπεις απέναντι, έτσι λέει η ψυχιατρική. Άμα θέλεις την πιστεύεις και το ψάχνεις το μέσα σου, το παλεύεις, τον βάζεις κάτω τον εαυτό σου και τον ξετινάζεις. Αλλιώς το δρόμο τον ξέρεις. Από δω πήγαν κι άλλοι.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ