Ε, ναι, θέλει κότσια. Αμέριμνη αμολιέσαι στη συνηθισμένη διαδικασία: Να τ’ αγγίξεις, να το μυρίσεις, να το χαϊδέψεις. Μα, στο πρώτο μετροφύλλισμα τα σωθικά αναδεύονται. Ώρες για να το ρουφήξεις, με διακοπές, με βαριανάσασμα. Μέρες για να συνέλθεις. Τόσος πόνος, τόση έχθρα, τόση εμπάθεια, τόση υποκρισία, τόση διαπλοκή. Θέλει θηριώδη αντοχή να αντέξεις το ξεμπρόστιασμα των γαντζωμένων στην εξουσία, που πετάνε την ανθρωπιά του ανθρώπου σε σκοτεινούς λαβύρινθους με τα παιγνίδια τους. Παρτίδες βρώμικες, παιγνίδια στημένα, συμφέροντα, αγώνας εξόντωσης για επικράτηση που την πληρώνουν οι απλοί, αμέτοχοι στο όλο γίγνεσθαι, άνθρωποι.

Τεκμηριωμένα τα μαρτυράει το αδιάψευστο της καθημερινής καταγραφής στον ΠΟΛΙΤΗ γεγονότων έντεκα χρόνων, της επιβεβαίωσης, της διάψευσης, με στόχο να ξυπνήσει η κριτική μνήμη. Που οδηγεί στο να δέχεσαι την άλλη άποψη, να τη συζητάς, να τη σέβεσαι. Αλλιώς, φτάνεις στην αγριότητα: Αρπάς ένα όπλο και τη διαγράφεις. Κι αφήνεις ένα παιδί να ψάχνει έναν πατέρα: Να το στηρίξει σ’ ό,τι θα ήθελε να κάνει σ’ αυτό που εκείνος το έμαθε ν’ αγαπάει, τα γράμματα. Να το παραδώσει κάποια στιγμή στην εκκλησιά. Ν’ απλώσει ύστερα χέρι τρυφερό μπροστά στη συμφορά, τον χαμό του αγαπημένου συντρόφου. Έμεινε για πάντα φιγούρα στοργική, γελαστή, σ’ ασπρόμαυρη φωτογραφία. Που δεν χρωματίστηκε ποτέ. Που άφησε το γκρίζο της πέπλο απλωμένο.

Ε, ναι, εγκλημάτησε. Μιλούσε σε καιρούς άγριους. «Μη μιλάς, θα μας κάνουν κακό», ακούει ακόμα τα ίδια τα παρακάλια του εκείνο το παιδί. Μα αυτός, πού ν’ ακούσει. Έβλεπε μπροστά. Φώναζε πως, χωρισμένοι οι άνθρωποι σ’ έναν ένοπλο αγώνα, μόνο σ’ εμφύλιο θα καταλήξουν. Πως θα μαυροφορέσει η Κύπρος όπως μαυροφόρεσε κι η Ελλάδα. Πως οι Άγγλοι, το «διαίρει και βασίλευε» το ’χουν αναγάγει σ’ επιστήμη και θα το κάψουν το νησί. Σε τι διαψεύστηκε; Συκοφαντημένος ξεψυχά, τα μάτια του παιδιού σκιαγμένα από τη λάμψη του όπλου, τα χέρια του βαμμένα απ’ τη λαχτάρα για ένα τελευταίο άγγιγμα. Πώς την διαγράφεις αυτήν την εικόνα; Και τι να το κάνεις το κούνημα του κεφαλιού του Αρχηγού για τον αδικοχαμένο και την παραδοχή του «και να ’ταν ο μόνος!». Τη ζωή που θα ζούσε κοντά στον γονιό, όποια και να ’ταν, του τη δίνει κανείς πίσω; Φορτώνεται λοιπόν την εικόνα στην πλάτη και πορεύεται, παλεύει όπως μπορεί, μ’ απόλυτο σεβασμό στην άλλη άποψη.

Μπροστά στις 284 σελίδες του βιβλίου του Γιώργου Κασκάνη «Όταν έρχεται η άνοιξη» οργίζεσαι, πονάς, διαφωνείς, βουρκώνεις, ανάστατη η ψυχή περνά από σαράντα κύματα. Βλέπεις τις χιλιάδες ορφανεμένους, τους ξεκληρισμένους, τους εγκλωβισμένους που έγινε δεύτερο πετσί τους ο τρόμος και λες: «Χαλάλι όλο αυτό που γεννά η ανάγνωση, χαλάλι το βύθισμα στο άδικο που ζουν κάποιοι άνθρωποι». Νιώθεις κι εσύ πιο άνθρωπος.

Ο Γιώργος ονειρεύεται μιαν άνοιξη μ’ ορθάνοιχτα παράθυρα: «Κι αν ανοίξουμε το παράθυρο κι αντικρίσουμε βροχές; Θα μυρίσουμε το βρεγμένο χώμα… Κι αν φυσήξουν άνεμοι; Θα φέρουν μαζί τους μυρουδιές γιασεμιού και βασιλικού… Αλίμονο στον άνθρωπο που δεν ψάχνει το καλύτερο γιατί πιστεύει ότι ζει το ικανοποιητικό. Έχει πεθάνει και δεν το ξέρει».

Πώς θα ’ναι αυτή η άνοιξη; Δικαίωμά του να την οραματίζεται όπως νιώθει. Υποχρέωση εκείνου του παιδιού που το συντροφεύει εκείνο το ύστατο βλέμμα να θυμίσει τη ρήση του Βολταίρου: «Διαφωνώ με την άποψή σου, αλλά θα υπερασπιστώ το δικαίωμά σου να την εκφράζεις, μέχρι θανάτου». Και να το συνοδεύσει με την προσθήκη: «του δικού μου, όχι του δικού σου».

Υ.Σ.: Άδικο να μην αναφερθεί ότι η έκδοση αυτή που τιμά τον άνθρωπο και την ελληνική γλώσσα, ευτύχησε να έχει την τυπογραφική επιμέλεια της συντρόφου του Γιώργου, σε όλα, Κατερίνας Στεφάνου.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ