Το κοινωνικο-οικονομικό τοπίο στις δύο ανεξάρτητες κρατικές οντότητες στις οποίες στεγάζεται ο Ελληνισμός είναι ζοφερό. Ευτυχώς, όμως, που υπάρχει ο πολιτισμός. Αυτή η μαγιά που συντήρησε ζωντανό το Έθνος μας για χιλιετίες, και έτσι δεν κατέληξε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας, ως οι Φοίνικες, οι Χετταίοι, οι Σουμέριοι, οι Φιλισταίοι, οι Βαβυλώνιοι κ.ά. Πρωταρχικό δε στοιχείο του εθνικού πολιτισμού μας, που συντροφεύει τον μέσο άνθρωπο εφ’ όρου ζωής, είναι το τραγούδι.

Οι άνθρωποι του δυτικού πολιτισμού, για να καταφύγουν στο τραγούδι, πρέπει να είναι χαρούμενοι. Το τραγούδι είναι γι’ αυτούς η κορύφωση μιας κατάστασης χαράς. Απεναντίας, εμείς οι Ρωμιοί (Ελληνορθόδοξοι) έχουμε πολύ περισσότερο ανάγκη το τραγούδι, όταν η ζωή μάς έχει πατημένους στον λαιμό. Δεν είναι τυχαίο που με τα αριστουργήματα του ελληνικού τραγουδιού εκφράζονται πόνος, καημοί, πίκρα, βάσανα, ανεκπλήρωτοι πόθοι. Στον πολιτισμό της Ρωμιοσύνης το τραγούδι είναι συνοδός της ζωής μας, σε χαρές και λύπες.

Όταν η ζωή μας έχει καταπιεσμένους, συνήθως αναζητούμε στίχους που να εκφράζουν το τέτοιο βίωμά μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, «οι στίχοι τρελαίνονται και γίνονται τραγούδι και το τραγούδι ξανατρελαίνεται και γίνεται χορός», όπως λέει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στο «Μεγάλο μας Τσίρκο». Έτσι προέκυψαν τα μεγάλα ελληνικά τραγούδια και οι παραδοσιακοί μας χοροί. Δεν είναι τυχαίο πως και όσον αφορά την υμνολογία της Ελληνορδόδοξης Εκκλησίας μας, η υμνολογία που είναι πραγματικά αριστουργηματική είναι αυτή των Αγίων Παθών, της Μεγάλης Εβδομάδας. Ποιο είναι το διακριτικό γνώρισμα του ποιοτικού ελληνικού τραγουδιού; Το ποιοτικό ελληνικό τραγούδι είναι ο ιδανικός γάμος του ωραίου στίχου με ωραία μουσική. Συναφώς, είναι σύνηθες στα δικά μας μουσικά δρώμενα, μεγάλοι συνθέτες να μελοποιούν μεγάλη ποίηση, παράγοντας αυτό που λέγεται έντεχνο ελληνικό τραγούδι.

Βεβαίως, όπως είναι μέρος της ζωής μας το ξένο θέατρο, ο ξένος κινηματογράφος, οι ξένες τηλεοπτικές παραγωγές και η ξένη λογοτεχνία, είναι μέρος της ζωής μας και το ξένο τραγούδι. Επ’ αυτού, πυξίδα είναι η επιγραμματική τοποθέτηση του Διονυσίου Σολωμού, εναντίον του εθνικού ναρκισσισμού και του πολιτιστικού απομονωτισμού: «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό, ό,τι είναι αληθινό». Υπάρχει όμως μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του καλού ελληνικού τραγουδιού και του καλού ξένου τραγουδιού. Το καλό ξένο τραγούδι απλώς αγγίζει ωραία τ’ αφτιά μας, διασκεδάζει την ακοή μας. Το καλό ελληνικό τραγούδι, όμως, είναι το μόνο τραγούδι που μπορεί να μιλήσει στην ψυχή μας, είναι αγωγή της ψυχής, ψυχαγωγία.

Η ελληνική μουσική είναι εξαιρετικά πολύμορφη και αντανακλά τις ποικίλες πολιτιστικές επιδράσεις, που στη μακραίωνη Ιστορία του υφίσταται ο Ελληνισμός, λόγω του γεωγραφικού χώρου στον οποίο διαβιοί: Ανατολική Μεσόγειος. Αναλογιστείτε πόσα διαφορετικά μουσικά είδη συνυπάρχουν στην ελληνική μουσική: Ελαφρό τραγούδι των δεκαετιών 1940 και 1950, (π.χ. Σοφία Βέμπο, Νίκος Γούναρης κ.ά.) το οποίο φέρει τη σφραγίδα της δυτικής επίδρασης.

Ρεμπέτικο τραγούδι, μια ιδιαίτερη, ιδιόμορφη και εξαίσια σχολή της ελληνικής λαϊκής μουσικής, που φέρει τη σφραγίδα της ανατολικής επίδρασης. Μεγάλοι συνθέτες του ρεμπέτικου οι Μάρκος Βαμβακάρης, Βασίλης Τσιτσάνης, Γιώργιος Μητσάκης, Γιάννης Παπαϊωάννου, Παναγιώτης Τούντας, Στέλιος Χρυσίνης κ.ά.

Το δυτικής επίδρασης ελαφρό τραγούδι της δεκαετίας του 1960, με κύριους ερμηνευτές του τους Τζένη Βάνου, Γιάννη Βογιατζή κ.ά. Ελαφρολαϊκό τραγούδι των δεκαετιών 1960 και 1970, με κορυφαίους δημιουργούς τους Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζηδάκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Μίμη Πλέσσα, Δήμο Μούτση, Σταύρο Κουγιουμτζή, Γιώργο Ζαμπέττα κ.ά. Βαρύ λαϊκό τραγούδι των δεκαετιών 1960 και 1970, με κορυφαίους ερμηνευτές τους Στέλιο Καζαντζίδη, Πάνο Γαβαλά, Σπύρο Ζαγοραίο, Μανώλη Αγγελόπουλο, Γιώτα Λύδια, Πόλυ Πάνου, Στράτο Διονυσίου, Γρηγόρη Μπιθικώτση κ.ά.

Αυτό που ονομάστηκε Νέο Κύμα της δεκαετίας του 1960, με κορυφαίους ερμηνευτές του τους Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Αρλέτα, Μιχάλη Βιολάρη, Λάκη Παπά, Γιώργο Ζωγράφο κ.ά. Το μοντέρνο ελληνικό τραγούδι των δεκαετιών 1960 και 1970, με τα νεανικά τότε συγκροτήματα των Olympians, Charms, Idols, Sounds, Borrios, κ.ά. και τους Δάκη, Τέρη Χρυσό, Tony Pinelli, Βίκυ Λέανδρος κ.ά. Θα ήταν παράλειψη να μη σημειώσω πως για εμάς, τους εφήβους της δεκαετίας του 1960, οι Olympians είχαν αναδειχθεί ως οι Beatles του Ελληνισμού. Η μουσική, όμως, που παρήγαγαν είχε μεγάλη ομοιότητα με την ιταλική ποπ της εποχής, την οποία έντυσαν με ελληνικό στίχο.

Άφησα τελευταίες να μνημονεύσω δύο ιδιόμορφες και καταπληκτικές σχολές του ελληνικού τραγουδιού, που φέρουν τη σφραγίδα της μοναδικότητας: Διονύσης Σαββόπουλος και Κώστας Χατζής. Από το σύγχρονο και σχετικά σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, η μουσική τάση που έχει δώσει τραγούδια που θα μείνουν διαχρονικά, είναι η σύγχρονη ελληνική ροκ. Η ξένη μουσική έχει δώσει διαχρονικά και ανεπανάληπτα τραγούδια τις δεκαετίες 1960 και 1970, με τα συγκροτήματα των Beatles, Monkeys, Rolling Stones, Animals κ.ά. και τους Έλβις Πρίσλεϊ, Τομ Τζόουνς, Ένγκελμπερντ Χάμπερτινγκ, Νέιλ Σεντάκα, Αλ Μπάνο, Ανταμό, Cliff Richard, Ρίτα Παβόνε κ.ά.

Στους άκρως υλιστικούς και παρακμιακούς καιρούς που ζούμε, ο πολιτισμός φθίνει σ’ όλη την Ευρώπη και συνεπώς και στα καθ’ ημάς. Έτσι, σήμερα, τόσο η ελληνική όσο και η ξένη δισκογραφία είναι, κατά γενικήν ομολογία, αισθητά κατώτερη όλων των προαναφερόμενων μουσικών σχολών. Σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, ραδιόφωνο και τηλεόραση οφείλουν να αναδεικνύουν το ποιοτικό ελληνικό και ξένο τραγούδι, για την ψυχοπνευματική ανόρθωση των ανθρώπων μας από τις κοινωνικο-οικονομικές δοκιμασίες τους.

Για τους αλκοολικούς με το τραγούδι, τους συνιστώ να διαβάσουν ένα σχετικό βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα, το βιβλίο του Βάσου Ν. Πτωχόπουλου «Περιπλανώμενος Δυστυχισμένος - Ιστορίες με τραγούδια». Αυτός ο λαός πρέπει επιτέλους να αποκτήσει την καλή συνήθεια να διαβάζει βιβλία, να ανακαλύψει αυτήν την καλή ψυχαγωγία και επιμόρφωση, γιατί από πνευματική οκνηρία κινδυνεύει σοβαρά να διολισθήσει όχι μόνο στη βαρβαρότητα αλλά, αλίμονο, και στην εθνική αυτοκτονία. Το Υπουργείο Πολιτισμού και τα ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ πρέπει να επιδοθούν σε συστηματική εκστρατεία καλλιέργειας αυτής της καλής συνήθειας.

ΝΙΚΟΣ Π. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ
Νομικός του Α.Π.Θ. και Διπλωματούχος στην Αγγλική Γλώσσα, στο Insurance Management και στο Journalism and Professional Writing, μέλος του Association of Insurance and Risk Managers in Industry and Commerce της Βρετανίας