Τι γλυκιές αυτές οι χλιαρές φθινοπωριάτικες μέρες! Που δεν σε τσουρουφλίζει ο καυτός ήλιος. Που δεν ανατριχιάζεις στον παγωμένο αέρα. Το δέρμα χαίρεται ακόμα το τρυφερό διακριτικό χάδι τους. Κυριακάτικο πρωινό σε μιαν ανέραστη, μουντζούφλα πόλη. Λες κι οι ανατροπές στοίχειωσαν και άπλωσαν παντού τη μιζέρια. Τα τζάμια τίγκα στις ασπρόμαυρες ορθογώνιες επιγραφές: ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ, ΠΩΛΕΙΤΑΙ. Παγωμάρα απλώνεται στην ψυχή στη θέα τους, πιστοποιητικό θανάτου σε όνειρα κι ελπίδες. Μες στην ερημιά, τ’ απλωμένα απομεινάρια ζωής παντού, πώς καταφέρνει και τρυπώνει μια τρυφεράδα σαν χάδι; Πού βρίσκει χαραμάδα κι ανθίζει στην ξεραΐλα; Σεργιανάς λες και παλεύεις να ρουφήξεις και την τελευταία αχτίδα, σαν να μην την ξανάνιωσες ή σαν να φοβάσαι μη δεν την ξανανιώσεις. Σε διαπερνά σαν αντιστραμμένη ανοιξιάτικη αδιόρατη ηδυπάθεια που δεν θα σε πάει σε καλοκαιριά. Μόνο σε χειμωνιά. Που θα κάνει το δέρμα να σφραγίσει τους πόρους του και την ψυχή τους δικούς της. Τις αισθήσεις ν’ αναστέλλουν τη δράση τους.

Το δέρμα αναπνέει με την όσφρηση, την όραση, την αφή. Τι να βρει να μυρίσει, να δει και ν’ αγγίξει μες στην παγωνιά, καλυμμένο όσο καλύτερα γίνεται; Η ψυχή κουκουλωμένη ώς τα αφτιά, το ίδιο, δεν μυρίζει, δεν βλέπει, δεν αγγίζει. Μόνο στήνει καρτέρι στην πρώτη ανοιξιάτικη φεγγοβολιά και πορεύεται με κάτι ξαφνικές λιακάδες χειμωνιάτικες που ξυπνούν έναν αισθησιασμό πιο δυνατό και από άπλωμα σε παραλία κατακαλόκαιρα.
Τρέμει μπροστά στην απειλή του χειμώνα και μαζεύει τώρα, με τη γλύκα τη φθινοπωριάτικη, όση απαντοχή μπορεί.

Έτσι είναι, λες καθώς περιδιαβάζεις και το φθινόπωρο της ζωής. Κι αυτό σαν μια αντιστραμμένη άνοιξη που το τέλος της δεν οδηγεί σ’ ανθισμένους κήπους, μόνο σε λιβάδια με ασφοδέλια, νεκρικό στόλισμα των αρχαίων. Και θέλει κουράγιο να τη σεργιανίσεις. Παίρνεις δρόμο, λοιπόν, για τα στενά σοκάκια της παιδικής σου ηλικίας. Το σπίτι των πέντε σου χρονών, όριο που έτσι και το δρασκέλισες, πάει, τελείωσε η μαγεία. Ώς εκεί κρατάει η αθωότητα. Κι είναι το σπιτάκι, το μόνο, ανάμεσα στα μεγαθήρια που ορθώθηκαν που δεν έγινε αγνώριστο.

Που σου χαμογελάει, σε γνωρίζει, είσαι ένοικος παλιός, μα όχι ξεχασμένος. Σ’ αυτό κρύβεσαι χρόνια στα παιχνίδια της μνήμης, τα ζυμωμένα με μια θλίψη από τη στέρηση ανθρώπων, στιγμών, χώρων αγαπημένων. Πάνε αυτά. Μα εσύ ακολουθείς το νήμα που σ’ οδηγεί σ’ αυτή τη φθινοπωριάτικη θαλπωρή ν’ αγκαλιάσεις το καθετί γύρω σου, με τη λαχτάρα να τα κουβαλήσεις όλα ατόφια στη χειμωνιά που θα ’ρθει. Έλα, βάρα μια κλοτσιά στην κατάθλιψη που σε τραβάει στον βάλτο της. Ξέρεις εσύ από ξετινάγματα σωτήρια. Το ’χεις μάθει το μάθημα.

Οι εποχές στέλνουν πάντα τις επιταγές τους στις αισθήσεις. Να τα ζήσεις πρέπει όσα χαρίζει καθεμιά, στη στιγμή τους. Τρομάζεις βλέποντας τον εαυτό σου στον καθρέφτη της τσιμεντένιας ανέραστης πόλης που αποδιώχνει σκέψεις, διάλογο, σχέσεις, μνήμη, μα συνέρχεσαι. Ζωντανή, αρυτίδωτη, ατσαλάκωτη σού χαμογελά η λαχτάρα που φωτίζει το μέσα σου. Αυτή θα την κουβαλήσεις θες δεν θες ώς εκεί που πια δεν θα ’χει άλλο. Αυτή δεν είναι που σε κράτησε ώς τώρα ζωντανή να παλεύεις με τα τόσα και τόσα; Στο πρωινό σεργιάνι μονάχη σου θαρρείς πως βγήκες; Τι κάνεις πως δεν το ξέρεις; Σ’ αυτή το χρωστάς κι είναι ευλογία που την έχεις ακόμα.