Μέσα από μια γρήγορη ανάλυση του World Worth Report των Capgemini & RBC Wealth Management, η οποία εξετάζει τον πλούτο των High-NetWorth Individuals (HNMI), όσων δηλαδή διαθέτουν άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι εν μέσω οικονομικής κρίσης οι πλούσιοι παγκοσμίως έγιναν πλουσιότεροι και περισσότεροι. Δηλαδή, το 0,2% (14,7 εκατομμύρια εκ των 7,3 δισεκατομμυρίων) του πληθυσμού παγκοσμίως κατέχουν σχεδόν το 25% του παγκόσμιου πλούτου (56,4 από τα 241 τρισεκατομμύρια) εν έτει 2015, σε σύγκριση με το 2011, όταν η ίδια κατηγορία πληθυσμού κατείχε λιγότερο από το 18% (42 από τα 235 τρισεκατομμύρια) του παγκόσμιου πλούτου.

Αυτό λοιπόν που έχει επιτευχθεί, ως αποτέλεσμα της ασύδοτης πολιτικής των τραπεζών, συνεπικουρούμενης φυσικά και από την ευρωπαϊκή και εθνική πολιτική των κρατών μελών, είναι να γίνουν οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Σε αυτό το «οικονομικό έγκλημα» οι κυβερνήσεις δηλώνουν απούσες, απρόθυμες να θεσπίσουν νόμους και κανονισμούς, προκειμένου να αναχαιτίσουν και να αντιστρέψουν αυτή την ανακατανομή (ή μάλλον τη συγκέντρωση) πλούτου από τους φτωχούς και τους άλλοτε οικονομικά ανερχόμενους εργατικούς Κύπριους στους πλουσίους.

Φαίνεται ότι η νομοθετική εξουσία είναι πολύ πιο βαθιά στο τσεπάκι της ευνοούμενης αυτής κατηγορίας που προαναφέραμε, για να δείξει την όποια προθυμία ως προς τη θέσπιση νόμων που να μειώνουν τον πλούτο και τη δύναμη των αιμοδοτών της. Ας δούμε, λοιπόν, την εξελικτική πορεία του φαινομένου τούτου και να εξετάσουμε κατά πόσον αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από την υφιστάμενη οικονομική στρατηγική.

Από το ξεκίνημα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τη λεγόμενη ανακατανομή εισοδημάτων και πλούτου, θα μπορούσε κανείς να την παρουσιάσει μέσα από τρεις πράξεις, του ίδιου όμως έργου.

1. Η πρώτη πράξη έχει να κάνει με το παγκόσμιο επίπεδο, με τη μετακίνηση δηλαδή κεφαλαίων από τη Δύση προς την Ανατολή, η όποια συντελείται τουλάχιστον τα τελευταία 15 χρόνια.

2. Η δεύτερη πράξη αφορά το ηπειρωτικό επίπεδο, την εσωτερική δηλαδή ανακατανομή που έγινε στη Δύση (η αναφορά στη Δύση συμπεριλαμβάνει και την Ευρώπη) υπέρ των ισχυρότερων οικονομικά κρατών. Πιο συγκεκριμένα, εδώ έχουμε την έκδηλη ενίσχυση της γερμανικής οικονομίας εις βάρος του ευρωπαϊκού Νότου.

3. Η τρίτη πράξη περιγράφει το εθνικό επίπεδο, επί του οποίου διενεργείται μια μεγάλη ανακατανομή εισοδημάτων από τους οικονομικά ασθενέστερους (εργαζόμενους, μικρομεσαίους επιχειρηματίες, αυτοεργοδοτούμενους, χαμηλοσυνταξιούχους κ.λπ.) προς τη μικρή εκείνη μερίδα της οικονομικής ελίτ.

Η Κυβέρνησή μας θα επιχειρηματολογήσει, και πειστικά θα έλεγα, ότι όσον την αφορά για τις πρώτες δύο πράξεις αυτού του οικονομικού εγκλήματος, είχε και έχει ελάχιστη (στη δεύτερη) έως μηδενική (στην πρώτη) παρέμβαση, που να μπορούσε να ανατρέψει τους συνολικούς σχεδιασμούς. Τι γίνεται όμως με τη (δοτή) στρατηγική που επέλεξε να εφαρμόσει καθ’ υπόδειξη των αλληλέγγυων εταίρων σε εθνικό επίπεδο, για να στηρίξει και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και τους εργαζόμενους;

Η Κυβέρνησή μας δυστυχώς επέλεξε, αμαχητί, να πορευτεί στον δρόμο της αχαλιναγώγητης παγκοσμιοποίησης, ακολουθώντας τις υποδείξεις της Τρόικας και του ΔΝΤ, εφαρμόζοντας τη μέθοδο της αρνητικής προσαρμογής και της εσωτερικής υποτίμησης.

Τέτοιες μεθοδολογίες προϋποθέτουν μια οικονομική κινητικότητα με αρνητικό πρόσημο, η οποία μετουσιώνεται σε μείωση μισθών και συντάξεων, συρρίκνωση κοινωνικών παροχών, φορολόγηση, αναδόμηση του νομικού καθεστώτος στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των επενδύσεων και, φυσικά, παράλληλα σε ενίσχυση των διαδικασιών και των πρακτικών επιδότησης του κεφαλαίου, όπου έρχονται περαιτέρω να ευνοήσουν τους ήδη οικονομικά ισχυρούς.

Η κρίση, αγαπητοί μου «γκουρού της οικονομίας», δεν ήταν ποτέ προϊόν των υψηλών εισοδημάτων των μισθωτών ή των υπέρμετρων κερδών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά ούτε των αυτοεργοδοτουμένων ή των υψηλών επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας, όσο και να προσπαθείτε να μας πείσετε επί του προκειμένου. Η κρίση, αντιθέτως, είναι προϊόν πρωτίστως της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που τύγχανε και τυγχάνει της κάλυψης των δήθεν εποπτικών Αρχών και της Κυβέρνησης. Είναι προϊόν της καταστολής της ανταγωνιστικότητας των εγχώριων παραγωγικών πόρων και της διείσδυσης στην τοπική αγορά ισχυρών οικονομικών παραγόντων του εξωτερικού, υποβοηθούμενων από τους εγχώριους υπηρέτες/εξυπηρετητές.

Περαιτέρω, η κρίση είναι απότοκο του κουτσουρέματος της παιδείας, το οποίο αντανακλά άμεσα στην έρευνα και την καινοτομία του ιδιωτικού τομέα. Σε ένα παράλληλο δε επίπεδο η κρίση είναι απότοκο της αλόγιστης σπατάλης στον τομέα της υγείας προς εξυπηρέτηση των μεγάλων φαρμακευτικών και ασφαλιστικών εταιρειών και άλλων νοσοκομειακών προμηθευτών, της παραοικονομίας, της φοροδιαφυγής και της ασύμμετρης δομής του κράτους με πλεονάσματα σε αχρείαστους τομείς και εμφανή ελλείμματα σε νευραλγικά τμήματα.

Κρίση σαφώς και υπάρχει, αλλά αυτό δε σας δίνει ούτε το πολιτικό, αλλά σίγουρα ούτε το ηθικό δικαίωμα να τη φορτώνετε στους ώμους των οικονομικά ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, αφήνοντας στο απυρόβλητο όλους όσοι με τις δικές σας ευλογίες και τη δική σας ανοχή οδήγησαν στην υπερχρέωση και εντέλει στην οικονομική καταβαράθρωση του κράτους.

ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α’ Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών, [email protected]