Κανένα εκλογικό σύστημα δεν είναι τέλειο. Το καθένα έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Επιλέγεις αυτό που έχει τα πιο κύρια και ει δυνατόν τα περισσότερα πλεονεκτήματα. Η ιστορία του εκλογικού συστήματος γι' ανάδειξη των 35 αρχικά -και 56 μετά- Ελληνοκυπρίων βουλευτών της Βουλής των Αντιπροσώπων έχει ως εξής. Οι βουλευτές εξελέγοντο με το πλειοψηφικό σύστημα. Επομένως, το πρώτο κόμμα μπορούσε να εκλέξει όλους τους βουλευτές. Αυτό, βάσει μιας πρόνοιας του Συντάγματος.
Το 1976, ο Πρόεδρος Μακάριος κάλεσε όλους τους αρχηγούς των τότε κομμάτων και τους ζήτησε ν’ αποφασίσουν τι εκλογικό σύστημα θέλουν. Το ΑΚΕΛ και η ΕΔΕΚ ζητούσαν το αναλογικό, ο Γλαύκος Κληρίδης, πρόεδρος του Ενιαίου Κόμματος, ζήτησε να παραμείνει το εκλογικό σύστημα ως έχει, δηλαδή το πλειοψηφικό. Ο Μακάριος τότε αποφάσισε ότι αφού ο αρχηγός του κόμματος -Γλαύκος Κληρίδης- με τους περισσότερους βουλευτές ζητά να παραμείνει το πλειοψηφικό σύστημα και αφού αυτό προβλέπει και το Σύνταγμα, επομένως το εκλογικό σύστημα θα παραμείνει το πλειοψηφικό.
Στη συνέχεια ο Μακάριος έδωσε εντολή στον Σπύρο Κυπριανού και ίδρυσε κόμμα, τη Δημοκρατική Παράταξη, που κατόπιν μετονομάστηκε σε Δημοκρατικό Κόμμα. Στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν έγινε σύμπραξη, Δημοκρατικής Παράταξης, ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ και Τάσσου Παπαδόπουλου, εκλέγοντας και τους 35 βουλευτές. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός, μετεξέλιξη του Ενιαίου Κόμματος, με αρχηγό τον Γλαύκο Κληρίδη, παρ’ όλο που πήρε 26%, δεν εξέλεξε κανένα βουλευτή.
Επί διακυβέρνησης Σπύρου Κυπριανού αποφασίστηκε η αναλογική, αλλά με ελάχιστο ποσοστό για είσοδο στη Βουλή το 8%. Στη συνέχεια, ενώ ο Σπύρος Κυπριανού επέμενε στη διατήρηση του 8%, ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ πίεζαν για να κατέβει το ελάχιστο όριο στο 4%. Οπότε θύμωσε ο Σπύρος Κυπριανού και σε αντιπερισπασμό πρότεινε την απλή αναλογική χωρίς κανέναν περιορισμό, που με βάση τους 56 βουλευτές, το ελάχιστο όριο καθορίζεται στο 1,79%, Αυτό ισχύει μέχρι σήμερα. Το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής το εκμεταλλεύτηκαν αρκετοί κατά καιρούς για να ιδρύσουν κόμμα ή να εκβιάσουν πολιτικές καταστάσεις, πάντοτε προς ίδιο συμφέρον.
Επειδή το 1,79% είναι πολύ μικρό ποσοστό, θεωρείται εφικτό να το εξασφαλίσει ένας παράγοντας, που είτε διακρίθηκε στην πολιτική, είτε λόγω της θέσης που κατείχε και του ρουσφετιού που έκανε κατόρθωσε και μάντρισε αρκετούς ψηφοφόρους. Γι’ αυτό προχωρεί στην ίδρυση κόμματος. Αν δεν εκλεγεί βουλευτής, διότι περί αυτού πρόκειται, επειδή πήρε μόνο 1%, στις προεδρικές εκλογές που θα ακολουθήσουν θα το ανταλλάξει με ένα υπουργείο. Ένας όμως υπουργός στους έντεκα, σημαίνει το 9% της εκτελεστικής εξουσίας. Επιπλέον, θα βολέψει και ορισμένους παρακοιμώμενους σε κάποιες θέσεις.
Η Βουλή μας έχει 56 βουλευτές, ενώ σε άλλα κράτη να είναι 300 ή 500, λόγω πληθυσμού, αλλά τα θέματα, οι επιτροπές και οι εκπροσωπήσεις σε Ευρωπαϊκά ή διεθνή θεσμικά όργανα είναι τα ίδια. Επομένως, ένας βουλευτής δεν μπορεί να συμμετέχει σ’ όλα και προπαντός στις επιτροπές που συζητούνται τα διάφορα θέματα και διαμορφώνονται οι τελικές αποφάσεις. Αναγκαστικά θα κάνει μικροπολιτική, θα πουλά λαϊκισμό από τα ΜΜΕ, αφού πάντοτε ο στόχος είναι οι ψηφοφόροι. Στη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών της Ευρώπης υπάρχει εκλογικό μέτρο, που στα περισσότερα είναι 4% ή 5%, σε κάποια μεγαλύτερο και σε κάποια άλλα μικρότερο.
Μπορεί να λεχθεί ότι αυτό χρειάζεται στα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, ενώ εμείς έχουμε προεδρικό σύστημα, που δεν απαιτείται η αρχή της δεδηλωμένης. Σ’ όλες, όμως, τις δημοκρατίες υπάρχουν τρεις διακριτές εξουσίες, η εκτελεστική, η νομοθετική και η δικαστική. Για να λειτουργεί αποδοτικά και αποτελεσματικά το κράτος, πρέπει να υπάρχει εναρμόνιση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Δεν πρέπει να υπάρχει εκβιασμός και προπαντός άκρατος λαϊκισμός, αλλά ούτε και προσωπικές ατζέντες για ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών και συμφερόντων. Το έλλειμμα που έχουμε ως κράτος και κοινωνία δεν είναι έλλειμμα δημοκρατίας, αλλά έλλειμμα δικαιοσύνης και αξιοκρατίας και έλλειμμα ηγετών.
Ένα εκλογικό μέτρο, λογικό, ίσως δώσει το έναυσμα και δημιουργήσει τη δυναμική για τη συσπείρωση και ανάδειξη ενός ισχυρού κεντρώου κόμματος. Χρόνια και χρόνια συζητείται η ενοποίηση του κεντρώου χώρου. Ειδικά μεταξύ ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ. Γιατί δεν γίνεται; Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν συμφέρει στις ηγεσίες και κυρίως στους ηγέτες. Κοιτάξετε πρώτα στο εσωτερικό των κομμάτων αυτών. Λογικό και ισορροπημένο εκλογικό μέτρο, για την Κύπρο, ως έχουν σήμερα τα πράγματα, πιστεύω ότι είναι το διπλάσιο του ποσοστού που απαιτείται για την εκλογή ενός βουλευτή, δηλαδή το 3,6% ή έστω το 3,5%.
Και τη δημοκρατία εξυπηρετεί και το ανώφελο, μονοπρόσωπο και κενοφιλόδοξο απόκομμα αποκλείει. Ίσως βρεθεί κάποιος ή κάποιοι ικανοί και έντιμοι, που να δώσουν την ώθηση και προκαλέσουν την ορμή για ένα κόμμα υγιές, με αρχές και αξίες που θ’ αποδεικνύονται με έργα και όχι με λόγια. Απαιτούνται ηγέτες που θα εμπνέουν τον λαό και όχι να τον εγκλωβίζουν με δολώματα.
ΤΑΚΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Μέλος Κεντρικής Επιτροπής ΔΗΚΟ




