Μετά από σχεδόν τρία χρόνια διακυβέρνησης ΔΗΣΥ μπορεί να εξαχθεί αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Κυβέρνηση είναι βαθύτατα προσηλωμένη στη λογική της στείρας λογιστικής, δείχνοντας μια έκδηλη αποστροφή στα ηθικά ερωτήματα που προκύπτουν πίσω από την ευημερία των αριθμών, επικαλούμενη συνεχώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και του κατεπείγοντος, επιλεκτικά ξεχνώντας ότι οδηγηθήκαμε εδώ, όταν η διαφθορά, η διαπλοκή, η ανομία, η ευνοιοκρατία απέκτησαν μέσω του αμετανόητου κομματικού κατεστημένου το «ηθικό» στήριγμα της δικαιωματικής λαφυραγώγησης του κράτους μας, το οποίο διαχρονικά αντιμετωπίζεται ως μια ξένη χώρα, που τελεί υπό κατοχή.

Η Κυβέρνηση, συνεπικουρούμενη πάντα από τους αμφιταλαντευόμενους μνημονιακούς της συνεργάτες (είτε διά της ανατάσεως της χειρός, είτε διά της αποχής τους), δεν φαίνεται να έχει καμία δυσκολία να λάβει μέτρα εις βάρος των ασθενέστερων και μεσαίων στρωμάτων, των μισθωτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των αυτοεργοδοτουμένων. Μέτρα όπως η υπερφορολόγηση της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας και εισοδήματος, μειώσεις μισθών και συντάξεων, κοινωνικών παροχών, κ.λπ. Πρόκειται για υφεσιακά μέτρα που προκαλούν κρίση απασχόλησης και οξύνουν το ήδη οξύτατο πρόβλημα ρευστότητας.

Την ίδια στιγμή δε, η Κυβέρνηση, με περισσή ευκολία και «καθάρια» συνείδηση, δείχνει να μην έχει κανένα πρόβλημα να λάβει μέτρα που να ευνοούν φορολογικά τις μεγάλες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών. Δείχνουν να μη φείδονται ανοχής προς το μαύρο χρήμα και νομιμοποίησής του με διαδικασίες φορολογικής αμνηστίας (ακούγονται φήμες για το πρώτο τρίμηνο του 2016), έτσι για μη δυσκολεύονται περαιτέρω οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι, οι της λίστας Λαγκάρντ... Επιδεικνύει εμφατικά ανοχή στον κάθε μεγαλοαρνητή της κρατικής φορολογίας, οδηγώντας στον αντίποδα στα δικαστήρια όποιον αδυνατεί να καταβάλει κάθε λογής μικρό χαράτσι, είτε αυτό λέγεται ΦΠΑ, είτε κοινωνικές ασφαλίσεις, κ.λπ.

Μετά από αυτή την επιγραμματική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο πολιτεύεται η Κυβέρνηση (περιγραφή την οποία, έχω την ταπεινή αντίληψη, ασπάζονται οι πλείστοι εκ των μη ευνοούμενων συμπολιτών μας) προκύπτει το εύλογο ερώτημα του πώς και γιατί η Κυβέρνησή μας (ο θεσμοφύλακας της κοινωνικής συνοχής) διαβλέπει την οικονομική επικινδυνότητα μόνο όταν αυτή αγγίζει ή περιορίζει τα προνόμια των ισχυρών και ευνοουμένων και εθελοτυφλεί μπροστά στα προβλήματα που δημιουργεί η μονόπλευρη και άκαμπτη πολιτική εξαθλιωτικής λιτότητας, που έχει χαράξει εις βάρος των πολλών.

Μια πρώτη προσπάθεια, προκειμένου να κατανοήσουμε το «γιατί» στο πιο πάνω ερώτημα, μπορεί να γίνει με ιδεολογική προσέγγιση, λέγοντας ότι πολιτεύεται με αυτό τον τρόπο με κίνητρα δογματικής πεποίθησης. Ο υπουργός Οικονομικών με τους οικονομικούς του επιτελάρχες είναι πεπεισμένοι ότι παίρνοντας οικονομικά μέτρα που θα επιβαρύνουν τους πλουσίους και οικονομικά ισχυρούς, τους οποίους θεωρούν ως την κινητήριο δύναμη της καταρρακωμένης μας οικονομίας, θα εμπόδιζε την πολυαναμενόμενη και προσδοκώμενη επανεκκίνηση της οικονομίας. Παραδόξως όμως οι ίδιοι γκουρού της οικονομίας επιλεκτικά δεν νοούν να κατανοήσουν ότι αν τα εισοδήματα των πολλών συρρικνωθούν, και μάλιστα σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα, όπως συμβαίνει σήμερα, η οικονομία θα γίνει όλο και πιο υφεσιακή, αφού θα τσακίζεται σταδιακά και βαθμιαία η ραχοκοκκαλιά της πραγματικής επιχειρηματικής οικονομίας, που είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η ρευστότητα των Κύπριων εργαζομένων, που ανήκουν στην πραγματική καθημερινή οικονομία.

Η παραποιημένη και διαστρεβλωμένη αντίληψη της Κυβέρνησης ως προς το ποιο οικονομικό μέτρο έχει ποια επίπτωση και σε ποιους, που την κάνει να τάσσεται πάντα αμαχητί με τα συμφέροντα και επιθυμίες των δανειστών, προσφέρει μια δεύτερη εξήγηση του τρόπου που πολιτεύονται. Αυτό απορρέει από το γεγονός ότι η Κυβέρνηση είναι δέσμια δογματικών φιλελεύθερων προκαταλήψεων και ως εκ τούτου δεν πιστώνει, ή μάλλον υποτιμά τη σημασία που έχει ο μόχθος των εργαζομένων, η παραγωγική επιχειρηματικότητα των απλών ανθρώπων, το λαϊκό εισόδημα των ντόπιων που επαναδιοχετεύεται στην τοπική κοινωνία. Η δογματικά καθηλωμένη καρδούλα της τρέμει μόνο στη σκέψη μην πάθουν τίποτα τα συμφέροντα των αλληλέγγυών μας δανειστών, κάποια ιδιωτική τράπεζα, ή κάποιοι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες (όλοι οι πιο πάνω βρικολάκιασαν απομυζώντας το αίμα του λαού).

Μια διαφορετική εξήγηση στη συμπεριφορά της Κυβέρνησης και των υπουργών της είναι αυτό που έχω επανειλημμένα δηλώσει δημόσια, ότι έχουν κλειστεί στο ρετιρέ και επτασφράγισαν τα κλιμακοστάσια και τους ανελκυστήρες και κάνουν παρέα με τους ανθρώπους του κέρδους, χάνοντας έτσι κάθε επαφή με τον λαό, τον οποίο δήθεν υπηρετούν. Αυτό τούς έκανε επιρρεπείς στις αγωνίες και απαιτήσεις του κεφαλαίου που κατάντησαν να τις αντικρίζουν με απόλυτη συμπάθεια, κάνοντάς τους την ίδια στιγμή ξένους προς τους πόθους, τις προσδοκίες και τις καταρρακωμένες ελπίδες του απλού πολίτη που τους ανέδειξε στην εξουσία, προσδοκώντας καλύτερες μέρες. Έχει τελικά μεγάλη σημασία με ποιους κάνεις παρέα, ποιοι είναι αυτοί που σου καθορίζουν τις προσλαμβάνουσες και αντιλήψεις σου.

Εν κατακλείδι, φαίνεται ότι η κοινωνική ανέλιξη στην Κύπρο σήμερα είναι συνυφασμένη με τη δουλοπρεπή επαγγελματοποιημένη πολιτική καριέρα, η οποία βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με τον διαπλαστικό κοινωνικό λόγο και ρόλο, που θα έπρεπε να έχουν όλοι αυτοί οι κατ’ όνομα και εξ επαγγέλματος πολιτικοί, οι οποίοι μετέτρεψαν την πολιτική σε «lifestyle». Κλείνω με ένα κάλεσμα συλλογικής αφύπνισης: Φτάνει πια! Λέμε «ναι» σε αυτούς που δουλεύουν, λέμε «όχι» σε αυτούς που μας δουλεύουν.

ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α’ Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών