Το 1974, ο πανίσχυρος τότε Υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών κ. Κίσινγκερ θεωρούσε ότι με την αποσταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο, τη δολοφονία του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την εισβολή τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, για δήθεν προστασία των Τουρκοκυπρίων και επαναφορά της τάξης, θα επιτύγχανε μια οριστική λύση στις κοινοτικές διενέξεις. Αυτό που κατάφερε όμως, με την ανοχή και τη βοήθεια του Ηνωμένου Βασιλείου, ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου και ο ξεριζωμός 200 χιλιάδων Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Στις οικίες των Ελληνοκυπρίων προσφύγων μεταφέρθηκαν Τουρκοκύπριοι και έποικοι από την Τουρκία, ώστε να δημιουργηθούν νέα τετελεσμένα, με στόχο να παγιωθεί η τουρκική κατοχή.

Αυτοί που πρωταγωνίστησαν και βοήθησαν στην εκτέλεση του εν λόγω εγκλήματος άρχισαν κατόπιν να δίδουν οικονομική βοήθεια στην Κυπριακή Δημοκρατία προς ανέγερση σπιτιών, δείχνοντας τάχα μεγαλοψυχία για τα παιδιά, τους γέροντες και όλους τους πρόσφυγες, που ξαφνικά βρέθηκαν σε κατάσταση φτώχιας και εξαθλίωσης. Μ’ αυτόν τον τρόπο και με το πέρασμα του χρόνου πίστευαν ότι η αγωνιστικότητα των προσφύγων θα μειωνόταν και η επιστροφή θα ήταν δύσκολη, σχεδόν αδύνατη. Συνεπεία αυτού, 41 χρόνια μετά οι βάρβαροι Τούρκοι εισβολείς παραμένουν στο νησί μας, ενισχύοντας συνεχώς τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, εν γνώσει και με την ανοχή των ΗΠΑ, Αγγλίας και ΕΕ.

Η ίδια ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται σήμερα και στη γειτονική Συρία. ΗΠΑ, Αγγλία, Τουρκία, επικαλούμενοι τάχα την παροχή προστασίας στον συριακό λαό από τον δικτάτορα Άσαντ, δημιούργησαν αρχικώς εστίες εχθροπραξιών εντός της Συρίας, οι οποίες ακολούθως μετεξελίχτηκαν σε ολοκληρωτικό πόλεμο. Πραγματικός στόχος αυτού του πολέμου είναι να διχοτομήσουν τη Συρία σε τέσσερα κρατίδια, επεκτείνοντας την επιρροή τους στη Μέση Ανατολή, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου γεωστρατηγικού σχεδίου. Προς υλοποίηση του στόχου τους, εξόπλισαν και εκπαίδευσαν τους τζιχαντιστές και διάφορες άλλες φατρίες, και έδωσαν πρόσβαση στον ισλαμικό φονταμενταλισμό.

Για να συγκαλύψουν βέβαια τα πραγματικά τους σχέδια, εκμεταλλεύονται επικοινωνιακά τον πνιγμό ενός παιδιού και άλλων αθώων ανθρώπων, για να χύσουν τηλεοπτικώς κροκοδείλια δάκρυα, υποσχόμενοι τιμωρία όσων συμμετέχουν στη λαθρομετανάστευση. Όμως, αλίμονο αν πέσουμε στην παγίδα να θεωρήσουμε ότι η λαθρομετανάστευση είναι η πηγή του προβλήματος. Αυτή αναντίλεκτα αποτελεί απλώς τη συνέπεια των τραγικών πολιτικών τους.

Συνεπώς, παρά την έντονη προπαγάνδα από μέρους των Δυτικών, κάποιος καλόπιστος εύκολα αντιλαμβάνεται τους πραγματικούς ενόχους. Αν πράγματι το πρόβλημα ήταν ο δικτάτορας Άσαντ και ο πόλεμος αφορούσε στην προστασία του απλού Σύρου πολίτη, τότε εύλογα τίθεται το ερώτημα, γιατί οι ίδιες πρακτικές δεν εφαρμόζονται σε άλλα μέρη της γης, όπου ζουν και βασιλεύουν παρόμοιοι (ή μάλλον πολύ χειρότεροι) με τον Άσαντ δικτάτορες. Παραδόξως μάλιστα, κάποιοι εξ αυτών αποτελούν στενούς φίλους και συνεργάτες των Δυτικών.