Εν ολίγοις, η υφιστάμενη πολιτική δεν αποτελούσε μονόδρομο για να επέλθουν αναβαθμίσεις συγκεκριμένων δεικτών από οίκους αξιολόγησης
Με αφορμή τη διπλή αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου από Β- σε Β+ από τον Οίκο Fitch, καθώς και την έξοδο στις αγορές, κυβερνητικοί αξιωματούχοι εκφράζουν την ικανοποίησή τους και υπογραμμίζουν «την ορθότητα της συνετής πολιτικής που ακολουθείται». Δυστυχώς, η πικρή πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η φιλοσοφία της Τρόικας, που τόσο πιστά ακολουθεί η Κυβέρνηση, οδηγεί σε μια πορεία με πολύ υψηλό τίμημα…
Υπογραμμίζεται ότι η ανεργία βρίσκεται στα ύψη, παρά τη δημογραφική αιμορραγία που παρατηρείται. Σημειώνεται, επίσης, ότι η οικονομική κρίση μειώνει τα ποσοστά γαμηλιότητας και γονιμότητας, και έχει οδηγήσει σε αύξηση των ψυχολογικών προβλημάτων, καθώς και της θνησιμότητας σε νεότερες ηλικίες. Η ακολουθούμενη πολιτική έχει επίσης οδηγήσει σε αύξηση της ανισότητας. Σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι φιλοσοφία της Τρόικας, την οποία πιστά εφαρμόζει η Κυβέρνηση, οδήγησε αντί στην εξυγίανση της οικονομίας στην εμβάθυνση της κρίσης και στην αύξηση του χάσματος μεταξύ του ευρύτερου δημόσιου και τραπεζικού τομέα αφ’ ενός, και του (υπόλοιπου) ιδιωτικού τομέα αφ’ ετέρου.
Εύλογα οι πολίτες θεωρούν ότι ενώ η κρίση προκλήθηκε κατ’ ουσίαν από τις υπερβολές των τραπεζών και του κράτους, αυτοί πληρώνουν το κόστος. Έτσι λοιπόν δίκαια υπήρξε οργή, όταν ο Υπουργός Οικονομικών πρότεινε την καταβολή των αυξήσεων για όσους είχαν προαχθεί στον ευρύτερο δημόσιο τομέα το 2013. Θλιβερό είναι και το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ διαφόρων ομάδων αυξάνεται δραματικά, καθώς και η ανισότητα γενικά. Επιπρόσθετα, η μεσαία τάξη συρρικνώνεται και αυξάνεται η φτώχια.
Νέα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Στατιστική Υπηρεσία δείχνουν ότι ο αξιόπιστος δείκτης εισοδηματικής ανισότητας Gini έχει αυξηθεί το 2014, στο 34,8 από 32,4 το 2013, 31 το 2012 και 29 το 2008. Με βάση πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, 27,4% του πληθυσμού στην Κύπρο αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Επιπρόσθετα τους τελευταίους μήνες, περίπου 10.600 χιλ. οικογένειες στην Κύπρο εξασφαλίζουν τα τρόφιμά τους από κοινωνικά παντοπωλεία.
Την ίδια στιγμή, η Κυβέρνηση περικόπτει σχετικό επίδομα 100-150 ευρώ σε χαμηλοσυνταξιούχους (με σύνταξη γύρω στα €350), επιστρατεύοντας εισοδηματικά και άλλα κριτήρια (τα οποία δεν επιστρατεύονται για υψηλότερες συντάξεις). Εύλογα τίθεται θέμα κρατικής αναλγησίας, έλλειψης κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά και συναισθηματικής νοημοσύνης. Αρκετές φορές με δέος άκουσα χαμηλοσυνταξιούχους, που βρίσκονται στα όρια της απόγνωσης, να αναφέρουν ότι το επόμενο βήμα θα είναι «ο τουφεκισμός», ούτως ώστε η Κυβέρνηση να εξοικονομήσει χρήματα.
Επανερχόμενος στις αναβαθμίσεις, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Οίκος Fitch, καθώς και άλλοι Οίκοι και Οργανισμοί, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τις συνέπειες για το τραπεζικό σύστημα. Επί τούτου, υπογραμμίζεται ότι σε συνθήκες αποπληθωρισμού το πραγματικό χρέος -ιδιωτικό και δημόσιο- αυξάνεται. Πέραν τούτου, σε συνθήκες ύφεσης ή ακόμα και στασιμότητας, είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να αποπληρωθεί το ιδιωτικό αλλά και το δημόσιο χρέος. Το ζητούμενο είναι η πραγματική ανάκαμψη και η αναδιάρθρωση δανείων, για να επιλυθεί τουλάχιστον ένα μέρος του προβλήματος.
Αλλά και στο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων η Κυβέρνηση και η κοινωνία θα πρέπει να προβληματισθούν. Οι πλείστες εμπειρίες από τις ιδιωτικοποιήσεις παραπέμπουν στο συμπέρασμα ότι τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Πάνω απ’ όλα σε μικρές οικονομίες, όπως αυτή της Κύπρου, θεωρείται πολύ δύσκολο, εάν όχι αδύνατο, να οδηγήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις σε χαμηλότερες τιμές και καλύτερη ποιότητα στις ουσιώδεις υπηρεσίες.
Η Κύπρος δεν μπορεί να πειραματίζεται άλλο χάριν ιδεολογικών αγκυλώσεων. Αρκεί το πείραμα του Bail-in του Μαρτίου του 2013, τους πικρούς καρπούς του οποίου εξακολουθεί να γεύεται η Κύπρος και κυρίως οι άμεσα επηρεαζόμενοι. Καταλήγοντας, υπογραμμίζω ότι μια ευρύτερη αξιολόγηση των αριθμών και όλων των δεδομένων δεν παραπέμπει σε μια θετική εικόνα, ούτε και δικαιολογεί την αξιολόγηση της ακολουθούμενης από την Κυβέρνηση πολιτικής ως συνετή.
Με μιαν αναπτυξιακή οικονομική φιλοσοφία θα υπήρχαν σήμερα καλύτεροι δείκτες, καλύτερες αξιολογήσεις και λιγότερα κοινωνικά προβλήματα. Εν ολίγοις, η υφιστάμενη πολιτική δεν αποτελούσε μονόδρομο για να επέλθουν αναβαθμίσεις συγκεκριμένων δεικτών από οίκους αξιολόγησης. Επιβάλλεται εδώ και τώρα μια αναπτυξιακή πολιτική η οποία όχι μόνο θα οδηγήσει την Κύπρο στην έξοδο από την κρίση και σε καλύτερες μέρες, αλλά και στον εμβολιασμό του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι με μια νέα κοινωνικο-οικονομική φιλοσοφία.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας,
και Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων




