Με την πρώτη σταγόνα της βροχής, πιτσιλιά που δικαιώνει την αράδα του ποιητή «μαράθηκε το καλοκαίρι», ένα τσφ-τσφ στο παράθυρο. Ένα σπουργιτάκι, γκρι, πορτοκαλί, καφέ φτερούγες, μελιά μάτια, όσο πρόλαβα να τα δω γεμάτα αθωότητα. Στο αντίκρισμα του ανεπιθύμητου τινάζεται ψηλά, αφού αφήσει τον… χαιρετισμό του στο πεζούλι. Κρίμα! Να ΄χα προλάβει ένα βουναλάκι ψίχουλα! Μα δεν… προειδοποίησε για την επίσκεψη. Θα το χόρταιναν, δεν κρυώνουν ακόμα τόσο πολύ, δεν πεινάνε ακόμα τόσο πολύ τα σπουργίτια. Στη βαρυχειμωνιά είναι που γίνονται αχόρταγα ακόμα κι αυτά. Ποιος το είπε ότι τα «πετεινά του ουρανού» τρώνε σαν πουλάκια; Καταβόθρες γίνονται με την πείνα, όπως κι ο άνθρωπος. Μα, αθώα, περιμένουν από σένα να τα στυλώσεις. Κι εσύ;

Τι εφιάλτης παιδικός εκείνες οι σφεντόνες, αχ αυτά τ’ αγόρια, εκκολαπτόμενοι κυνηγοί που αύριο θα ζώνονταν τα φυσεκλίκια και τις καραμπίνες, να πετύχουν τι; Το μεζεκλίκι, ναι! Λες και δεν ζεις χωρίς αυτό, πετούμενο να ΄ναι, περδίκι, ορτύκι, φάσσα. Οι σύγχρονοι Νεβρώδ, γνήσιοι απόγονοι του ομώνυμου αρχαίου θεού του κυνηγιού, εξαπολύονται σε σαφάρι εξόντωσης σπάνιων ειδών, τάχα μου σπορ. Μόνο να νιώσουν κυρίαρχοι του βασιλείου. Τι πόθος αγιάτρευτος η λαχτάρα της όποιας ανωτερότητας. Και περνάς για πλάκα με τ’ αυτοκίνητο πάνω από ένα ζωντανό, και κλοτσάς, ξεματιάζεις, ζεματάς, δηλητηριάζεις, δένεις χειροπόδαρα και σέρνεις πίσω από ένα αμάξι το πληγιασμένο σκυλί, την αλανιάρα γατούλα που ζητάει πρώτα το χάδι σου, που καμιά φορά της φτάνει και μόνο αυτό κι ύστερα φαΐ.

Και ξεχνάς πως κι εσένα στην ανάγκη ένα χάδι θα σε χόρταινε πιο καλά απ’ την πιο λαχταριστή νοστιμιά. Γιατί είμαστε όλα τα όντα πλασμένα για αγάπη. Αγάπη που σε κάνει να νιώθεις υπεύθυνος για κάθε αδύναμο πλάσμα, γέροντες, παιδιά, αρρώστους. Υπεύθυνος για τα βρέφη που αν δεν τα ξεβράσει καμιά θάλασσα, καθημερινό φαινόμενο πια των ημερών, γυρεύουν μια γωνιά να κουρνιάσουν κι αυτά σαν σπουργίτια. Πιάνει χειμώνας, πού θα καταλήξουν αυτές οι απροστάτευτες αθωότητες;

Πώς γίνεται έτσι ο άνθρωπος; Ιδεολογίες, εθνικισμός, θρησκοληψία, πάθος, εκδίκηση, συμφέρον, θεριεύει η ανθρώπινη βαρβαρότητα. Σ’ έναν κόσμο που μοναδικό στόχο του έκανε την επικράτηση, ύψιστη ηδονή το να βασανίζεις, να σκοτώνεις, να αφανίζεις. Κι αν σ’ όλα αυτά το θύμα μπορεί για μια στιγμή ν’ αμυνθεί, να φωνάξει, ν’ αντεπιτεθεί, ένα ζώο, αν μπορεί ένα απ’ όλα αυτά να κάνει, θα το κάνει στην ύστατη ανάγκη κι αν το προκαλέσουμε. Γιατί λείπει όπως και σε πολλά άλλα η παιδεία. Δεν διδασκόμαστε πώς να φερνόμαστε στα ζώα για να μη γίνονται κι αυτά επικίνδυνα από φόβο μόνο, υπακούοντας στο ένστικτο της επιβίωσης.

Κι ακούς συνεχώς αυτό το: «Άλλο ο άνθρωπος, άλλο το ζώο». Να μου πεις εδώ παλεύουμε ακόμα για το: «Άλλο ο άσπρος, άλλο ο μαύρος», με τα ζώα θα γίνουμε ένα; Κι αντιτάσσεις: πλάσματα ενός Θεού είμαστε όλα, μ’ άλλον προορισμό κι αποστολή καθένα. Και είμαι άνθρωπος όταν νιώθω πως έστω ένα απ’ τα αδύναμα πλάσματα είναι στο έλεός μου. Αδέσποτο, άστεγο, νηστικό. Θα μου πεις εδώ πεινούν παιδιά, ναι, μα αυτά χρειάζονται πολύ περισσότερα για να επιβιώσουν. Και γι’ αυτά τα παιδιά και για τα ζώα, ακούγεται ουτοπικό αλλά μακάρι να γινότανε: Κάθε κράτος να έχει μηχανισμούς στήριξης. Αν όχι άψογους, έστω στο δυνατό βαθμό αποτελεσματικούς. Για να μην γίνονται αδύνατοι άνθρωποι και ζώα, αντί συγκάτοικοι και συνείδηση ζωής, οι τύψεις μας.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ