Η σημασία των δηλώσεων Γιούνκερ στο Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων

Πριν από μερικές μέρες ολοκληρώθηκε το 13ο Συνέδριο της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC- ΣΕΣ), η οποία εκπροσωπεί το σύνολο των εργαζομένων στην Ε.Ε., συμμετέχοντας στις διαδικασίες και στα σώματα διμερούς και τριμερούς συνεργασίας και διαπραγμάτευσης σε ό,τι αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά ζητήματα. Στο Συνέδριο, λήφθηκαν σημαντικές αποφάσεις που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις, μέσα από διάφορα ψηφίσματα και τη Διακήρυξη του Παρισιού, στη βάση της αλληλεγγύης για δημιουργία ποιοτικής απασχόλησης και της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων, στο πλαίσιο μιας κοινωνικά δίκαιης Ευρώπης. Το σχέδιο δράσης για την επόμενη τετραετία παραπέμπει στην ενίσχυση της προσπάθειας για κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή, εδραίωση της δημοκρατίας μέσα και από την εμβάθυνση του κοινωνικού διαλόγου, όπως επίσης και την αειφόρο ανάπτυξη και την ισότητα.

Οι παρεμβάσεις σημαντικών προσωπικοτήτων, όπως του Προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζιαν Κλοντ Γιούνκερ και του Προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, έδωσαν μια πιο ενισχυμένη και βαρύνουσα διάσταση και ενίσχυσαν τις θέσεις πολιτικής που εκφράζουν τα ευρωπαϊκά συνδικάτα, των οποίων η ΣΕΚ αποτελεί ενεργό μέλος.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, «οι άνθρωποι έχουν το φυσικό χάρισμα να κρίνουν την αλήθεια και συνήθως την αποκαλύπτουν. Και γι’ αυτό, όσοι μπορούν εύστοχα να την αντιληφθούν, είναι επίσης ικανοί ν’ αντιληφθούν και τις πιθανότητες που υπάρχουν».

Μέσα από αυτό το πρίσμα, είναι σημαντικό να εστιάσουμε την προσοχή μας στις δηλώσεις Γιούνκερ, οι οποίες λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία, σίγουρα σε σχέση με το περιεχόμενό τους αλλά ταυτόχρονα, και πολύ πιο σημαντικά, σε συνάρτηση με την ιδιότητά του και τον πολιτικό χώρο (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα) από τον οποίο προέρχεται και ο οποίος εκπροσωπεί την πλειοψηφία των κυβερνήσεων στην Ευρωζώνη.

Το κάλεσμά του προς τη ΣΕΣ για τη δημιουργία μιας «συμμαχίας», μέσα από την οποία να μπορεί να οικοδομηθεί μια Ευρώπη με κοινωνικό χαρακτήρα και πρόσωπο, δίνει μια νέα προοπτική, αλλά ταυτόχρονα αποτυπώνει και την αγωνία που ο ίδιος εξέφρασε, σε σχέση με τα διαθέσιμα χρονικά περιθώρια. «Πρέπει να προχωρήσουμε και να κάνουμε κάτι καλύτερο, γιατί μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο. Είμαστε η τελευταία ευκαιρία της Επιτροπής [για να γεφυρωθεί το χάσμα με τους πολίτες και η Ευρώπη να έρθει πιο κοντά σε αυτούς]».

Στην ίδια βάση, η Ευρώπη θα πρέπει να προβεί σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στους τομείς και στις πολιτικές που χρήζουν βελτίωσης, «χωρίς να σημαίνει πως η μεταρρύθμιση και η ανανέωση αποτελούν επιστροφή στον νεοφιλελευθερισμό». Η καταγραφή του τριπτύχου επιτυχίας μέσα από το οποίο θα δοθεί πολιτική ώθηση στην απασχόληση και στην οικονομική ανάπτυξη, είναι ιδιαίτερα σημαντική ως προοπτική στρατηγικής ολοκλήρωσης, βασισμένο στη δημοσιονομική εξυγίανση, τις διαρθρωτικές αλλαγές και τις επενδύσεις για ανάπτυξη, το οποίο βέβαια θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο κομμάτι της απασχόλησης, καθώς «η κρίση θα τελειώσει όταν υπάρξει πλήρης απασχόληση».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, προκύπτει και η ανάγκη για περαιτέρω «ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της Ευρώπης» και εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, δημιουργώντας τις ικανές και δυνατές συνθήκες, «μέσα από την ενίσχυση και ενθάρρυνση του κοινωνικού διαλόγου και των συλλογικών συμβάσεων».

Επιπρόσθετα, η εξαγγελία πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προτείνει την Άνοιξη του 2016 ένα πυλώνα ελάχιστων κοινών εργασιακών δικαιωμάτων και ένα προστατευτικό δίχτυ στην αγορά εργασίας, προτείνοντας νέους κανόνες για τις εργασιακές σχέσεις που δεν θα μπορούν να «προσαρμόζονται επί το δυσμενέστερο» για τους εργαζόμενους, δίνει το στίγμα μιας προσπάθειας για δημιουργία μιας πιο κοινωνικά δίκαιης Ευρώπης. Τέλος, η πρόθεση για κατοχύρωση της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, με ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων αορίστου διάρκειας, ενδυναμώνει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια για εφαρμογή της «αλληλεγγύης στα δικαιώματα εργασίας».

Το Συνέδριο της ΣΕΣ από μόνο του σηματοδότησε μια νέα προσπάθεια μεγιστοποίησης της στόχευσης στη διεκδίκηση, στη βάση των πραγματικών κοινωνικοοικονομικών αναγκών και δυνατοτήτων. Ταυτόχρονα όμως, η παρέμβαση Γιούνκερ κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντική και υποβοηθητική, στην προσπάθεια για ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και της δημοκρατίας στις δομές, στους θεσμούς, στις εργασιακές σχέσεις και στους χώρους εργασίας, μέσα από την αρχή πως, οι κοινωνίες θα πρέπει να οργανώνονται στη βάση της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς».

ΑΝΔΡΕΑΣ Φ. ΜΑΤΣΑ
Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ