Η ένταξή μας στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ, η απελευθέρωση της διακίνησης κεφαλαίων καθώς κι η ολοένα αυξανόμενη αγορά κεφαλαίων προδιαγράφουν μια συνεχώς μεγαλύτερη πρόκληση για μια χώρα, η οποία προσβλέπει να λειτουργήσει ως περιφερειακό και διεθνές οικονομικό κέντρο…
Για τον ρόλο των τραπεζών στα πλαίσια ενός περιφερειακού οικονομικού κι εμπορικού κέντρου γράψαμε κι άλλη φορά. Ενώ θεωρήσαμε ότι με την επέκταση των τραπεζών στο εξωτερικό θα μπορούσαμε πιο εύκολα να σπάσουμε τον ασφυκτικό κλοιό του μικρού μεγέθους και να διευρύνουμε τα γεωγραφικά όρια της Κύπρου, δυστυχώς η αλόγιστη συμπεριφορά τους οδήγησε, μαζί με τη δημοσιονομική κακοδιαχείριση, στην παρούσα οικονομική και κοινωνική κρίση. Κι όμως οι τράπεζες κι ο χρηματοοικονομικός τομέας γενικότερα έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν στην πραγμάτωση του στόχου της λειτουργίας της Κύπρου ως ενός αναβαθμισμένου κέντρου μιας ευρύτερης περιοχής.
Τι κάνουμε, όμως, απ' δω και πέρα; Τα κυπριακά τραπεζικά ιδρύματα, όπως και ο χρηματοπιστωτικός τομέας γενικότερα, θα πρέπει να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στη μετατροπή της Κύπρου σε ένα ευρωπαϊκό, οικονομικό κι εμπορικό κέντρο στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Πέραν της εξεύρεσης λύσεων στη χρηματοδότηση της οικονομίας και ιδιαίτερα των επενδύσεων, που απαιτούνται για τη δημιουργία της αναγκαίας υποδομής, περιλαμβανομένης τώρα εκείνης για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και της ενθάρρυνσης της ροπής προς αποταμίευση, οι τράπεζες θα πρέπει να λειτουργήσουν σαν αυτόνομος τομέας, μέρος της ανάπτυξης της Κύπρου ως περιφερειακού κέντρου.
Η ένταξή μας στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ, η απελευθέρωση της διακίνησης κεφαλαίων καθώς κι η ολοένα αυξανόμενη αγορά κεφαλαίων προδιαγράφουν μια συνεχώς μεγαλύτερη πρόκληση για μια χώρα, η οποία προσβλέπει να λειτουργήσει ως περιφερειακό και διεθνές οικονομικό κέντρο. Το μέγεθος της χώρας δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως αποδεικνύεται από την επιτυχή επίδοση μικρών χωρών της Ευρώπης κι αλλαχού.
Διερωτήθηκα τότε γιατί δεν μπορέσαμε να κατεβάσουμε και να διαχειριστούμε τόσα χρόνια μερικά από τα τεράστια κεφάλαια από τις πετρελαϊκές δραστηριότητες της περιοχής, που περνούν πάνω από τους ουρανούς της Κύπρου για να καταλήξουν στις δυτικές χρηματαγορές ή κεφαλαιαγορές; Βέβαια τώρα παίρνω την απάντηση. Όταν κληθήκαμε να διαχειριστούμε τις ξένες καταθέσεις, που με τόση προσπάθεια από το 1980 με την ανάπτυξη του τομέα των διεθνών δραστηριοτήτων εξασφαλίσαμε, αποδείχθηκε ότι οι τράπεζές μας δεν ήταν έτοιμες για ένα τέτοιο εγχείρημα. Όχι μόνο δεν αξιοποίησαν τις καταθέσεις που ξένοι (και ντόπιοι) τούς εμπιστεύτηκαν, αλλά συμπεριφέρθηκαν σαν κοινοί τζογαδόροι. Ανάλογο ερώτημα τίθεται και για την Κεντρική Τράπεζα. Τι έκαμε για να αποτρέψει την αλόγιστη αυτή συμπεριφορά τη στιγμή, μάλιστα, που η Κυβέρνηση κι ο λαός γενικά θα εκαλείτο να επωμιστεί τη ζημιά των πράξεων αυτών;
Συμπερασματικά, κατέληγα, η προσοχή μας θα πρέπει να στραφεί προς τρεις κατευθύνσεις, στις οποίες ήθελα σήμερα να επεκταθώ περισσότερο: Πρώτο, να πάρουμε τα σωστά μαθήματα από τη μέχρι τώρα λειτουργία του χρηματοοικονομικού τομέα από τα πορίσματα που θα προκύψουν από τις έρευνες που διεξάγονται καθώς και την απονομή ευθυνών όπου δει. Το τελευταίο είναι απαραίτητο για παραδειγματισμό για το μέλλον. Όμως εξίσου σημαντικό είναι να βγάλουμε τα σωστά συμπεράσματα ως προς τον ενδεδειγμένο τρόπο χειρισμού ενός τομέα τόσο σημαντικού για την οικονομία από τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και της Κυβέρνησης.
Δεύτερο, να εργαστούμε προς την κατεύθυνση σύντομης υλοποίησης της απόφασης για την πραγματική τραπεζική ένωση της ΟΝΕ και την αναβάθμιση του εποπτικού ρόλου της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν μπορεί καθημερινά να ακούμε ότι η ΚΤΚ δεσμεύεται από κανόνες και πρακτικές της ΕΚΤ και ταυτόχρονα η τελευταία να αποποιείται τις ευθύνες της στο τι συμβαίνει στην Κύπρο.
Τρίτο, η Κεντρική Τράπεζα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κι οι Οικονομικές Υπηρεσίες του κράτους να ωθήσουν τις τράπεζες να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους για να διαδραματίσουν σωστά τον ρόλο τους στη διαχείριση μεγάλων ποσών ξένων κι εγχώριων αποταμιεύσεων. Είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές εξελίξεις οι πρόσφατες βραβεύσεις και/ή αναβαθμίσεις της Τράπεζας Κύπρου και της Ελληνικής σχετικά με διάφορες υπηρεσίες, ομόλογα κ.λπ. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί για την εγγραφή και δραστηριοποίηση ξένων ιδιωτικών ταμείων για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στην περιοχή, οι οποίες θα πρέπει να ελέγχονται αυστηρά και να πιστοποιούνται κατάλληλα. Είναι τραγελαφικό, να καταβάλλονται τόσες προσπάθειες και θυσίες να αυξηθούν οι αποταμιεύσεις κι οι ξένες καταθέσεις στις τράπεζες για να καταστεί η Κύπρος χρηματοοικονομικό κέντρο κι οι ίδιες αλλά και άλλοι να μην τις αξιοποιούν σωστά.
Η ιστορία στα θέματα αυτά μπορεί να μας διδάξει πολλά, που πρέπει να προσέξουν οι αρμόδιοι. Στην αρχή ήταν η αντίδραση των υφιστάμενων τραπεζών στη δημιουργία ή την εγκατάσταση άλλων τραπεζών με τη δικαιολογία της ύπαρξης μεγάλου αριθμού τραπεζών (overbanking). Όταν με πρωτοβουλία της ΕΜΕ ιδρύθηκε η Ελληνική Τράπεζα, η αντίδραση των εμπορικών τραπεζών ήταν σφόδρα αρνητική. Χρειάστηκε η επέμβασή μας προς την ΚΤΚ, που είχε επίσης τους ενδοιασμούς της, για να δοθεί η σχετική άδεια.
Η ίδια δυστυχώς νοοτροπία επικράτησε και σε άλλες περιπτώσεις, όπου διαφαινόταν κάποιο άνοιγμα στον χρηματοπιστωτικό/τραπεζικό τομέα, καθώς και αδυναμία ελέγχου (διαφοροποίηση/επέκταση του ρόλου της Τρ/Αναπτύξεως, χειρισμός ξένων τραπεζών, όπως της Federal Bank Middle East, μιας διεθνούς εμπορικής τράπεζας, που από το 1982 καταφέραμε να δραστηριοποιηθεί από την Κύπρο κ.ά.). Ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι ο κατεξοχήν τομέας που στηρίζεται στην πίστη, την εμπιστοσύνη που εμπνέει στους συναλλασσόμενους με αυτόν για να λειτουργήσει. Κι αυτή θα πρέπει να την καθιερώσουμε και διαφυλάξουμε.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




