Μετά από πιέσεις και παρακλήσεις προς διάφορους βουλευτές, το Κοινοβούλιο συζητεί εδώ και μερικές βδομάδες το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλές χιλιάδες δανειολήπτες σε ξένο νόμισμα, κυρίως σε ελβετικά φράγκα, λόγω πακέτων που προωθούσαν διαχρονικά κάποιες τράπεζες, ως πλεονεκτικές λύσεις δανεισμού με χαμηλό επιτόκιο. Αντιμετωπίζοντας σήμερα τον κίνδυνο να χάσουν τις περιουσίες τους ή να είναι ανήμποροι να πληρώνουν τις δόσεις τους, οι οποίες έχουν εκτοξευτεί στα ύψη, οι δανειολήπτες καταγγέλλουν πως δεν είχαν προειδοποιηθεί για το ρίσκο που περιέχουν τα δάνεια σε ξένο νόμισμα, ενώ προσπαθούν να βρουν στήριξη στη Βουλή και τα δικαστήρια.
Ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα λειτουργεί στο πλαίσιο του Forex, μιας αγοράς όπου πραγματοποιούνται οι συναλλαγές των διαφόρων διεθνών συναλλαγμάτων, κυρίως από κεντρικές τράπεζες, εμπορικές τράπεζες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κερδοσκοπικά κεφάλαια, εμπορικές εταιρείες και ιδιώτες επενδυτές, με σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Σε αρκετές όμως περιπτώσεις, οι δανειολήπτες δεν προσδοκούσαν το επενδυτικό κέρδος, αλλά τη σύναψη ενός συνηθισμένου δανείου γι' αγορά κατοικίας και δεν είχαν τις απαραίτητες γνώσεις για το είδος του εν λόγω πακέτου που προσέφερε η τράπεζα. Εάν οι τράπεζες ήθελαν να προωθήσουν δάνεια σε ξένο συνάλλαγμα, είχαν υποχρέωση να παρέχουν ενδελεχή ενημέρωση για τους κινδύνους, τις πιθανότητες αρνητικών σεναρίων και τρόπους προστασίας στον δανειολήπτη, ώστε να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επιλέγει και πώς διατηρεί το χρέος του βιώσιμο.
Επιπλέον, ανάλογη ενημέρωση όφειλαν να παρέχουν και κατά τη διάρκεια ισχύος του δανείου, με αντίστοιχες εισηγήσεις από την τράπεζα, ώστε να είναι σε ετοιμότητα ο δανειολήπτης για οποιεσδήποτε αλλαγές στις συνθήκες του δανείου, ειδικά όταν οι συνθήκες αυτές στρέφονται εις βάρος του (και ταυτόχρονα εις βάρος της τράπεζας, εφόσον ενδεχομένως να εμποδίζεται η έγκαιρη αποπληρωμή). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που διανύουμε, στην οποία επιδεινώθηκε η οικονομική κρίση στην Ευρωζώνη, υπήρχε μεγάλο περιθώριο για τις τράπεζες να προχωρήσουν σε ενημέρωση υφιστάμενών τους πελατών, αναφορικά με τις δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις και τις αναμενόμενες επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρουν στις αποπληρωμές δανείων.
Ευτυχώς, η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει αφουγκραστεί τους δανειολήπτες, σε σημείο που συζητεί το ενδεχόμενο προώθησης νομοσχεδίου για το θέμα, ενώ η Κεντρική Τράπεζα αποποιείται οποιασδήποτε ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, ρίχνοντας την μπάλα στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Εμπορίου. Οι εμπορικές τράπεζες, από την άλλη, δεν φαίνονται πρόθυμες να προτείνουν δίκαιες λύσεις, οι οποίες να αντανακλούν το μερίδιο ευθύνης που έχουν. Έχοντας εμπλακεί λοιπόν σε μια διαδικασία, κατά την οποία οι αρμόδιοι φορείς «νίπτουν τας χείρας τους» όσον αφορά την εξεύρεση ενός ρυθμιστικού πλαισίου, φαίνεται πως το πρόβλημα αποτελεί ένα ακόμη γρανάζι στον μηχανισμό ενός τραπεζικού συστήματος που λειτούργησε λανθασμένα, χωρίς δικλίδες προστασίας και συντονισμό των διαδικασιών. Περισσότερο, όμως, διαφαίνεται η έλλειψη ελέγχου από το κρατικό ίδρυμα, που θα έπρεπε να εποπτεύει όλες τις εμπορικές τράπεζες, για διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος: την Κεντρική Τράπεζα.
ΑΡΙΣΤΟΣ ΜΑΛΑΟΣ
Μέλος Κεντρικής Επιτροπής
Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών
Τα ακίνητα της εβδομάδας




