«…έτσι και η "νέα Ελληνική" τείνει να μας κάνει να λησμονήσουμε με πόσες θυσίες φτάσαμε στην καθιέρωση της Δημοτικής. Αυτή η περιβόητη "επιλογική σύνθεση λόγιων και δημοτικών τύπων" δεν έγινε και τόσο ομαλά. στην πραγματικότητα επιβλήθηκε από έναν άνωθεν ακαδημαϊσμό, που ήθελε να προστατεύσει τα συμφέροντά του, αφού η υπεροχή στην κατοχή ενός πολιτισμικού αγαθού όπως η γλώσσα, συνεπάγεται όχι μόνο συμβολική εξουσία, αλλά και ουσιαστική, πραγματική.

Ας θυμηθούμε τους μύδρους ενός αυτοδίδακτου, μυλωνά στο επάγγελμα, του Menocchio Shandella, που στα 1584 αντέτεινε στους ιεροεξεταστές που τον ανέκριναν πως, "η χρήση των λατινικών είναι η προδοσία των φτωχών", γιατί οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τι λέγεται στο δικαστήριο "και αν θέλουν να πουν δυο κουβέντες, πρέπει να έχουν δικηγόρο". Η γλωσσική ικανότητα, λοιπόν, έχει πολλές φορές όχι και τόσο ευδιάκριτα παρεπόμενα, τα οποία τα κέντρα εξουσίας γνωρίζουν και χρησιμοποιούν καλά, από την αρχαιότητα» (από το άρθρο του δρα Γιώργου Β. Γεωργίου, φιλόλογου - γλωσσολόγου, επισκέπτη καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στον «Φιλελεύθερο» της 10ης.10.2015).

Για να μην καταντήσει η κυπριακή κοινωνία, με την ανεξάρτητη κρατική υπόσταση που προέκυψε ως το αποτέλεσμα της αντιαποικιακής - εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης του 1955-59, σε μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και αυτός ο κακός ζυριχικός συνταγματικός νομοθέτης έδωσε την ορθή λύση στο γλωσσικό ζήτημα. Με θεμελιώδη διάταξη (δηλαδή εσαεί αμετάβλητη) του ισχύοντος Συντάγματος (άρθρο 3), κατέστησε ως μόνες επίσημες γλώσσες του κράτους τις μητρικές γλώσσες του κυπριακού λαού, ήτοι την ελληνική και την τουρκική.

Το άρθρο 189 του Συντάγματος έδινε απλώς δυνητική ευχέρεια χρήσης της αγγλικής γλώσσας στη Δικαιοσύνη, μόνο για περίοδο πέντε ετών από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος. Όμως, το 1965 η Βουλή προχώρησε με τη θέσπιση του Νόμου 51/1965 στην τροποποίηση θεμελιώδους συνταγματικής διάταξης, με την οποία παρατεινόταν επ’ αόριστον η γλωσσική αγγλοκρατία στον χώρο της Δικαιοσύνης!

Το ισχύον Σύνταγμα της Κ.Δ. δεν προνοεί κάτι τέτοιο ως «διακοινοτική παιδεία». Η Παιδεία επί τη βάσει της επίσης θεμελιώδους συνταγματικής διάταξης του άρθρου 86 είναι κοινοτική και όχι διακοινοτική ύλη, καθ’ ότι εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δυο Κοινοτικών Συνελεύσεων.

Το 1965 η Βουλή θεσπίζει κοινή νομοθεσία, με την οποία καταργεί θεσμό που καθιδρύεται με θεμελιώδη συνταγματική διάταξη, την Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση και μεταβιβάζει τις νομοθετικές αρμοδιότητές της στη Βουλή και τις διοικητικές σε Υπουργείο Παιδείας που ιδρύει κατά παραβίαση του Συντάγματος.

Διαπράχθηκε, δηλαδή, το 1965 μ’ αυτά τα δύο νομοθετήματα πολιτικό πραξικόπημα. Η περί Παιδείας πολιτική της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως, κατά συνταγματική επιταγή και εξ ορισμού θα ήταν ελληνοκεντρική. Με την κατάργησή της άνοιξε διάπλατα ο δρόμος, ολόκληρος ο χώρος της ιδιωτικής εκπαίδευσης στη Στοιχειώδη και Μέση βαθμίδα, να καταλαμβάνεται σήμερα από σχολεία στα οποία η αγγλική διδάσκεται ως μητρική γλώσσα και η ελληνική ως η «ξένη» γλώσσα που περιλαμβάνει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του σχολείου! Σ’ αυτήν την εκπαίδευση φοιτά σήμερα περίπου το 17% του συνολικού Ε/Κ μαθητόκοσμου, κατά τεκμήριο οι γόνοι των ανώτερων εισοδηματικών τάξεων.

Έτσι σήμερα έχει προκύψει κοινωνική διχοτόμηση της ανθρώπινης συλλογικότητας που στο ισχύον Σύνταγμα ορίζεται ως Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, καθ’ ότι οι αγγλικές σχολές Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαίδευσης είναι κατά κανόναν κλινικές γεννήσεως ανθρώπων με αγγλοσαξονική πολιτιστική συνείδηση. Εξαιρέσεις από τον κανόνα ασφαλώς υπάρχουν (π.χ. Μιχαλάκης Καραολής κ.ά.).

Η γλωσσική αγγλοκρατία στον χώρο της Δικαιοσύνης κράτησε μέχρι το 1988, οπότε η Βουλή θέσπισε τον ΠΕΡΙ ΕΠΙΣΗΜΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΝΟΜΟ του 1988, που ήταν πρόταση νόμου του τότε βουλευτή της Κ.Σ. ΕΔΕΚ Ευστάθιου Ευσταθίου. Με αυτόν τον Νόμο αποκαταστάθηκε η συνταγματική τάξη στη σφαίρα της γλωσσικής λαϊκής κυριαρχίας.

Η μέχρι το 1988 χρησιμοποίηση της Αγγλικής ως γλώσσας της Δικαιοσύνης, είχε ως αναγκαία συνέπεια να χρησιμοποιείται η Αγγλική ευρύτατα και αδικαιολόγητα -και αντισυνταγματικά βεβαίως- και στη Δημόσια Υπηρεσία και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.

Αυτό είχε επίσης ως επακόλουθο και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν ως γλώσσα εργασίας αγγλική, όχι μόνο για τη διεθνή επικοινωνία όπου η χρήση της είναι αναπόφευκτη, αλλά και εκεί όπου καμία γραπτή ή προφορική επικοινωνία με αλλόγλωσσους δεν υπεισερχόταν. Το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν να επιφυλάσσεται θέση ποδοσφαιρική ομάδας Γ΄ κατηγορίας στους ακολουθήσαντες τον δρόμο της ελληνικής παιδείας, και αυτός είναι ένας από τους ισχυρούς λόγους που το «κυπριακό όνειρο» είναι ο διορισμός στο Δημόσιο. Από αυτό το «κυπριακό όνειρο» προέκυψε, δίκην τερατογένεσης, η πελατειακή σχέση πολιτικού-πολίτη, δηλαδή τριτοκοσμικές καταστάσεις.

Για να νομοθετηθεί Ο ΠΕΡΙ ΕΠΙΣΗΜΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΝΟΜΟΣ του 1988, χρειάστηκαν τιτάνιοι αγώνες της δικής μας της γενιάς. της γενιάς των μαχητών της Ε.Φ. ενάντια στον Αττίλα. Όταν επιστρέψαμε από τις σπουδές μας, βιώσαμε στο πετσί μας πως δεν ήταν μόνο από την ελεεινή χούντα που προδοθήκαμε. Προδοθήκαμε κοινωνικά και από ένα πανίσχυρο φραγκολεβαντίνικο «νεοκυπριακό» κοινωνικό κατεστημένο, το οποίο θησαύριζε με απίστευτη απληστία από το πολιτικό πραξικόπημα του 1965 και το οποίο αναπαραγόταν και αυτοδιαιωνιζόταν.

Η εν ελευθερία και με αξιοπρέπεια συνέχιση της ιστορικής πορείας του Ελληνισμού στην Κύπρο είναι δυσκολότατη, επειδή οι καταστάσεις, ντόπιες και ξένες, που απεργάζονται τον αφελληνισμό μας, είναι μια Λερναία Ύδρα. Ως όμως λέει ο Γιάννης Ρίτσος στον «Αποχαιρετισμό», «όλα είναι τόσο δύσκολα, κι ίσως για τούτο και ν’ αξίζουν».

ΝΙΚΟΣ Π. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ
Μέλος του Δ.Σ. του Γλωσσικού Ομίλου Κύπρου.