Ασχολήθηκα κι άλλοτε με το κενό που δημιουργήθηκε στην ανέλιξη της οικονομίας και πλείστων όσων θεσμών με τους πειραματισμούς που επιχειρήθηκαν από το 1993 και μετά και συνεχίζονται μέχρι σήμερα αναφορικά με τον Μηχανισμό Προγραμματισμού/Συντονισμού που στήθηκε αμέσως μετά την Ανεξαρτησία. Παρόλο που ακολουθήθηκε πιστά και κατά γράμμα ένα σύστημα ενδεικτικού προγραμματισμού, μέσα στο οποίο πάντοτε εδίδετο ευκαιρία στα Υπουργεία και τις Οργανώσεις του ιδιωτικού τομέα να εκφέρουν τις απόψεις τους κι όπου υπήρχε διαφωνία θα μπορούσε να γίνει αναφορά στις Επιτροπές Προγραμματισμού και στο Υπουργικό Συμβούλιο, ο Μηχανισμός αποτέλεσε κόκκινο πανί για κάποιους, οι οποίοι όταν βρέθηκαν στην εξουσία βάλθηκαν να τον εξουδετερώσουν. Δεν αρέσει σε πολλούς να τους υποδεικνύει κάποιος άλλος τα λάθη τους ή να πρέπει να δικαιολογήσουν το τι σκοπεύουν να κάμουν.
Έτσι φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση, το Γραφείο Προγραμματισμού, ο επιστημονικός και διοικητικός βραχίονας του Μηχανισμού, να ασχολείται μόνο με τη διαχείριση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, αφού μάλιστα επίσημα έχει μετονομαστεί σε Γενική Διεύθυνση Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, Συντονισμού και Ανάπτυξης, χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει πού αναφέρονται οι τελευταίες δυο λέξεις: στα Ευρωπαϊκά Προγράμματα ή στον συντονισμό της ανάπτυξης γενικά.
Μάλιστα όταν διαπιστώθηκε σε κάποια στιγμή στο πλαίσιο του Μνημονίου η ανάγκη για την ετοιμασία ενός Γενικού/Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης, αποσπάστηκαν μερικοί
Λειτουργοί του Γραφείου και μαζί με άλλους αποσπασθέντες από άλλες Υπηρεσίες ανέλαβαν το έργο αυτό. Η ετοιμασία, όμως, ενός τέτοιου Σχεδίου δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή ενός πολύπλοκου και συνεχούς έργου προγραμματισμού/συντονισμού της εφαρμογής του για να φέρει τα ποθούμενα αποτελέσματα. Γι’ αυτό είναι που χρειαζόμαστε έναν μόνιμο Μηχανισμό Προγραμματισμού/Συντονισμού της Ανάπτυξης που να έχει τις σωστές αρμοδιότητες και τα κατάλληλα μέσα/εργαλεία για να κάνει το σωστό έργο.
Αφορμή γι’ αυτήν τη νέα παρέμβαση στο θέμα αυτό έδωσαν κάποιες πρόσφατες επαφές μου με Υπουργεία κι η προεδρική εξαγγελία για δημιουργία Υφυπουργείου Ανάπτυξης. Ενώ κάποια ενισχύθηκαν στο σημείο αυτό από τις νέες διευθετήσεις που έγιναν με την απόσπαση Λειτουργών Προγραμματισμού/Συντονισμού, κυρίως, στις ομάδες που πλαισιώνουν Υπουργούς, τα περισσότερα αποδυναμώθηκαν γιατί στερήθηκαν των υπηρεσιών έμπειρων κι εξειδικευμένων Λειτουργών Προγραμματισμού/Συντονισμού, που ήταν έτοιμοι πάντοτε να βοηθήσουν στη μελέτη, προώθηση κι εφαρμογή σχεδίων τους. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να καλυφθεί το κενό;
Μια ιδέα που εξαγγέλθηκε και δεν εφαρμόστηκε από τη δεκαετία του 1960 ήταν η δημιουργία Μονάδων Προγραμματισμού/Συντονισμού στα Υπουργεία στο πλαίσιο του όλου Μηχανισμού Προγραμματισμού. Το Δεύτερο Σχέδιο Ανάπτυξης, 1967-1971, έλεγε: Η μέχρι τώρα εμπειρία κατέδειξε ότι η δημιουργία καλά οργανωμένων Μονάδων Προγραμματισμού στα κυριότερα αναπτυξιακά Υπουργεία θα βελτιώσει την ποιότητα του προγραμματισμού τομεακών σχεδίων και προγραμμάτων καθώς και την έγκαιρη εφαρμογή τους.
Όπως εξήγησα αλλού, η ιδέα δεν εφαρμόστηκε στην πράξη λόγω διαφωνίας μεταξύ των Υπουργείων και του Κεντρικού Μηχανισμού Προγραμματισμού. Τα Υπουργεία ήθελαν την απόσπαση Λειτουργών του Γραφείου Προγραμματισμού για τη στελέχωσή τους, ενώ η βασική ιδέα ήταν η εκ των ενόντων οργάνωση ομάδας προγραμματισμού/συντονισμού σε κάθε Υπουργείο. Το Γραφείο με το ολιγάριθμο προσωπικό του θα μπορούσε να συμβάλει στο έργο, με το να αναθέσει σε Λειτουργό του να συνδράμει στο έργο αυτό.
Όπως έχουν τώρα εξελιχθεί τα πράγματα, μια λύση είναι η επαναφορά της παλιάς εκείνης ιδέας, δηλαδή της δημιουργίας Μονάδων Προγραμματισμού στα Υπουργεία κάτω από τον οικείο Υπουργό ή τον Γενικό Διευθυντή. Σ’ αυτές θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των Τμημάτων κάθε Υπουργείου καθώς και εκπρόσωπος του Γραφείου Προγραμματισμού, που ασχολήθηκε με τα θέματα του Υπουργείου. Εκεί που χρειάζεται διαβούλευση με τον ιδιωτικό τομέα ή και με άλλες Υπηρεσίες του Δημοσίου θα καλούνται εκπρόσωποί τους να καταθέσουν τις απόψεις τους.
Οι Μονάδες αυτές θα μπορούσαν επίσης να λειτουργούν επί Επαρχιακής βάσης υπό την εποπτεία του οικείου Επαρχιακού Λειτουργού ή Επάρχου. Διαχρονικά η διαδικασία αυτή θα ακολουθείται για την ετοιμασία ενός Στρατηγικού Σχεδίου για το Υπουργείο καθώς και του ετήσιου Προϋπολογισμού Αναπτύξεως, όπως και την επεξεργασία μεγάλων έργων, σχεδίων και προγραμμάτων.
Τα αποτελέσματα των διεργασιών αυτών θα υποβάλλονται στο Υπουργικό Συμβούλιο αφού πρώτα γίνει μια πρώτη αξιολόγηση και σύνθεσή τους από το Γραφείο Προγραμματισμού ή όπως άλλως θα ονομάζεται ένα κεντρικό Σώμα προγραμματισμού και συντονισμού του αναπτυξιακού κυβερνητικού έργου. Ουσιαστικής σημασίας είναι επίσης η συνεχής παρακολούθηση και παρέμβαση τόσο του κεντρικού Σώματος όσο και των Υπουργικών κι Επαρχιακών Μονάδων κατά την εφαρμογή του Προϋπολογισμού Αναπτύξεως και του Σχεδίου.
Ο Προϋπολογισμός Αναπτύξεως μπορεί να συνεχίσει να ενσωματώνεται ετησίως στον ενιαίο Προϋπολογισμό του Κράτους για σκοπούς ενιαίας δημοσιονομικής πολιτικής, όμως αρμόδιο σώμα για τον έλεγχο εφαρμογής του θα πρέπει να είναι το Γραφείο Προγραμματισμού. Προαπαιτούμενα αυτού του έργου είναι η καλή γνώση του Στρατηγικού Σχεδίου και οι ετήσιοι στόχοι προώθησής του.
Τέλος, δεν βλέπω κανένα πρόβλημα το πιο πάνω έργο του κεντρικού προγραμματισμού/συντονισμού να αναλάβει «πολιτικά» ο Υφυπουργός παρά τω Προέδρω ως εκπρόσωπος του Προέδρου. Επανειλημμένα τόνισα την ανάγκη απεξαρτητοποίησης της πτυχής αυτής του κυβερνητικού έργου από τα επιμέρους Υπουργεία, τα οποία έχουν κάθε λόγο να επικεντρώνονται στα του οίκου τους. Κι είναι εδώ που χρειάζεται η παρέμβαση του Προέδρου, ο οποίος σαν καλός μαέστρος μπορεί να οδηγήσει την κυβερνητική πολυφωνική χορωδία/ορχήστρα στην επιτέλεση ωραίου έργου για τον τόπο.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




