Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τους ηλικιωμένους, ο αριθμός των ανθρώπων ηλικίας άνω των 60 ετών σε όλο τον πλανήτη υπολογίζεται σε 600 εκατομμύρια και μέχρι το 2050 θα ξεπεράσει τα 2 δισεκατομμύρια. Στη βάση των δεδομένων της Δημογραφικής Έκθεσης της Κυπριακής Στατιστικής Υπηρεσίας από το 2013, το ποσοστό των παιδιών ηλικίας κάτω των 15 ετών υπολογίστηκε σε 16,3% και το ποσοστό των ηλικιωμένων προσώπων ηλικίας 65 ετών και άνω σε 13,9% το 2013, σε σύγκριση με 25,4% και 11% αντίστοιχα το 1992 και 25,0% και 10,8% το 1982.

Συμπεραίνεται σταδιακή μείωση του ποσοστού των παιδιών και αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων, ενδεικτικά της τάσης γήρανσης του πληθυσμού. Η αύξηση αυτή αναδεικνύει έλλειψη προστατευτικών μηχανισμών και πολιτικών που αφορούν τα θέματα των ηλικιωμένων, παρά το γεγονός ότι σε διεθνές επίπεδο σημαντικές νομικές προσπάθειες ενισχύουν την κινητοποίηση για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Επομένως ο απαιτούμενος πολιτικός σχεδιασμός πρέπει να αποτελεί τμήμα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και να συμβάλλει στην προαγωγή των δικαιωμάτων και την εξάλειψη των διακρίσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο τίθεται εύλογα το θέμα καθορισμού των υποχρεώσεων του κράτους απέναντι στους απόμαχους της εργασίας. Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, επισημαίνει εύστοχα ότι ο κατακερματισμός του κοινωνικού σώματος, η κυριαρχία των μισθωτών απασχολήσεων και ο διάχυτος ατομικισμός κατέλυσαν τις μορφές οικογενειακής αλληλεγγύης προς τα ηλικιωμένα μέλη. Το καθήκον αυτό ανέλαβε η κοινωνία θεσπίζοντας, στη βάση του συνταξιοδοτικού συστήματος, τα όρια ηλικίας, με στόχο την τυποποίηση της κοινωνικής προστασίας εκείνων που δεν επιτρέπεται να υποχρεωθούν να εργάζονται.

Η γήρανση του πληθυσμού οδηγεί στην αύξηση του συνολικού κοινωνικοοικονομικού βάρους των ηλικιωμένων και την όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης και επιβάλλει μέτρα όπως η μείωση των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων του κράτους. Αυτοί οι χειρισμοί ενισχύουν το καθεστώς εξάρτησης των γερόντων από τη φροντίδα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, που βρίσκεται σε μια οριακή οικονομική κατάσταση λόγω της προβληματικής αγοράς εργασίας. Στο πλαίσιο εξεύρεσης τρόπων εξόδου από την κρίση του κοινωνικού κράτους θα μπορούσαν να υπάρξουν θεσμικές μεταρρυθμίσεις, όπως η συνέχιση της εργασίας από εκείνους που έχουν ξεπεράσει το όριο ηλικίας και επιθυμούν να απασχοληθούν ή η ενθάρρυνσή τους για συμμετοχή σε ήπιες δραστηριότητες.

Οι θεμελιώδεις υποχρεώσεις του κράτους, όμως, απέναντι στους ανθρώπους που μετά από εργασία ετών δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να εργασθούν, δεν πρέπει να υπόκεινται σε πολιτικές διαπραγματεύσεις και δημοσιονομικές συνέπειες, επειδή θα ισοδυναμούσαν με κατάρρευση του ηθικού περιεχομένου της πολιτείας. Η κοινωνική προστασία των ηλικιωμένων αποτελεί βασικό καθήκον μιας ευνομούμενης πολιτείας, καθώς η περασμένη ηλικία τεκμηριώνει την αντικειμενική μείωση των παραγωγικών δυνατοτήτων και η προστασία της δεν μπορεί να επαφίεται στην καλή θέληση των απογόνων.

Το όριο ηλικίας καθορίζει θεσμικά την προφανή τομή ανάμεσα στην παραγωγική και τη μεταπαραγωγική ηλικία, με σκοπό την κατοχύρωση εκείνων που είναι αδύνατο ή δύσκολο να ενεργοποιήσουν τους μηχανισμούς αυτοπροστασίας. Προτάσεις για θεσμική απελευθέρωση του ορίου ηλικίας επιδιώκουν την κατάλυση της εγγύησης μιας άνευ όρων προστασίας. Η δυνατότητα των ηλικιωμένων να απασχολούνται έναντι αμοιβής δεν συνεπάγεται αλλαγή του καθεστώτος συνταξιοδότησης, καθώς η απορρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, στη βάση της αντικειμενικής απασχολησιμότητας των εργαζομένων, αποτελεί κατάλυση της βασικής υποχρέωσης μιας δίκαιης κοινωνίας.

Ο καθ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς διαφωνεί με τον καθ. Anthony Giddens, ο οποίος, επαγγελλόμενος έναν μερικό περιορισμό του κράτους πρόνοιας, εκφράζει την άποψη ότι η παροχή σύνταξης, αν και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ηθικά επιτεύγματα του κοινωνικού κράτους, δεν ανταποκρίνεται πια στη νέα πραγματικότητα της γήρανσης. Πρόκειται για μια κυνική εκλογίκευση, καθώς τόσο η βιολογική πραγματικότητα της γήρανσης όσο και η κοινωνική πραγματικότητα της ανεργίας αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες επιβίωσης. Ίσως όλα αυτά συνθέτουν μια προσπάθεια της σοσιαλιστικής ρητορείας να απεκδυθεί τις σταθερές της ηθικής θεμελίωσής της.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η δημογραφική γήρανση ενδεχομένως να θέσει σε κίνδυνο την αλληλεγγύη των γενεών, που αποτελεί το ηθικό θεμέλιο του συστήματος της κοινωνικής ασφάλισης. Η πρόκληση αυτή κάνει επιτακτική την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στα συστήματα κοινωνικής προστασίας, με στόχο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών του ενεργού και μη πληθυσμού, τη δίκαιη κατανομή των κοινωνικών παροχών και την εξασφάλιση ισορροπίας μεταξύ της διατήρησης της αποτελεσματικότητας και της διασφάλισης της ισοτιμίας των γενεών. Η μετάβαση στις βέλτιστες πρακτικές προϋποθέτει στήριξη όχι μόνο εκείνων που χρειάζονται φροντίδα, αλλά και εκείνων που την παρέχουν σε ένα αρμονικό πλαίσιο συνύπαρξης αγοράς, κράτους πρόνοιας και κοινωνίας των πολιτών.

ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΟΥΣΙΟΥΤΤΑΣ
Γενικός Γραμματέας Δημοκρατικού Κόμματος