Το σχολείο αποτελεί πηγή γνώσης και βιωμάτων για όλους τους εμπλεκομένους στη διαδικασία μάθησης. Αυτή είναι ουσιώδης συνιστώσα της οργανωμένης εκπαίδευσης. Η παράμετρος αυτή, της παροχής δηλαδή θεωρητικού και βιωματικού οπλισμού, διαχέεται από τους εκπαιδευτικούς στους εκπαιδευόμενους. Στόχος είναι να μαθαίνουν και να προσεγγίζουν βιωματικά το αντικείμενο των γνώσεών τους.
Όμως η σχολική μονάδα πρέπει να είναι η πηγή άσκησης δεξιοτήτων-πολλαπλασιασμού γνώσεων και ανάμεσα στο διδακτικό προσωπικό. Το έργο αυτό εν μέρει αναλαμβάνεται από εξουσιοδοτημένους θεσμικούς φορείς, όπως π.χ. το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου. Παρά ταύτα η ανάγκη το προσωπικό να αποκτά και άλλες πρόσθετες ικανότητες είναι πρόδηλη. Προωθείται μέσω των σεμιναρίων των κλάδων, των συντονισμών, των ανταλλαγών επισκέψεων στην τάξη κ.ο.κ.

Σε επίπεδο κατανομής ευθυνών που σχετίζονται με την οργάνωση της σχολικής ζωής στην καθημερινότητά της, συνήθως η καθιερωμένη πρακτική ακολουθεί το σχήμα σύμφωνα με το οποίο ο Διευθυντής σχολικής μονάδας απονέμει τις ίδιες σχεδόν αρμοδιότητες στους Βοηθούς Διευθυντές που στελεχώνουν τη σχολική μονάδα. Έτσι κάποιος αναλαμβάνει την ευθύνη έκδοσης του περιοδικού για αρκετά χρόνια, άλλος την οργάνωση Ομίλων όσο υπηρετεί στο συγκεκριμένο σχολείο, ένας τρίτος την εκπόνηση προγραμμάτων κ.ο.κ. Η ορθή κατανομή των ρόλων αυτών είναι ασφαλώς σημαντική για την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του σχολείου.

Στο τέλος, όμως, ο ρόλος του Βοηθού Διευθυντή επικεντρώνεται -πέραν των διδακτικών του καθηκόντων- στην ανάληψη συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων σε όλη τη διάρκεια υπηρεσίας του σε συγκεκριμένο σχολείο. Αυτό από μια άποψη είναι θετικό, γιατί η εμπειρία του Βοηθού Διευθυντή είναι εγγύηση της επιτυχίας του τομέα ευθύνης του. Όμως, ενώ η σχολική μονάδα κερδίζει, ο διοικητικός ή συντονιστής Βοηθός Διευθυντής δεν εξελίσσεται. Παραμένει στάσιμος και στην ουσία επαναλαμβάνει πρακτικές που δοκίμασε στον χρόνο. Οι υπόλοιποι τομείς δράσης τού είναι άγνωστοι. Και όσο ο Διευθυντής παραμένει σταθερός στην κατανομή των καθηκόντων αναφορικά με τα πρόσωπα, ο ΒΔ επαναλαμβάνει εαυτόν.

Αν όμως σκοπεύουμε να βοηθήσουμε τον Βοηθό στην απόκτηση όσο το δυνατόν πιο πολλών εμπειριών, το όραμά μας αυτό εξυπηρετείται καλύτερα με την εναλλαξιμότητα των καθηκόντων και ευθυνών του. Βέβαια η εφαρμογή της αρχής της εναλλαξιμότητας θα πρέπει να γίνεται όχι άκριτα, αλλά με γνώμονα τα ενδιαφέροντα του εκπαιδευτικού, τις κλίσεις του και πάντοτε με την υποστήριξη των συναδέλφων και τη σοφή καθοδήγηση του Διευθυντή του σχολείου.

Παρόμοια η εναλλαξιμότητα θα πρέπει να διέπει και τις κατανομές εξωδιδακτικού έργου των καθηγητών. Η ευθύνη π.χ. της ειδικής μονάδας, του οικολογικού σχολείου, της προετοιμασίας του σχολικού θεάτρου, της ανάληψης ευθύνης για την έκδοση του περιοδικού μπορεί να εναλλάσσεται μεταξύ εκπαιδευτικών διαφόρων κλάδων.

Πρόσθετα η εναλλαξιμότητα θα πρέπει να διέπει και την εν γένει οργάνωση του σύγχρονου δημοκρατικού σχολείου, στην οποία η συμμετοχή και των μαθητών είναι εκ των ων ουκ άνευ. Η δυνατότητα όσο περισσότεροι μαθητές να αποκτούν εμπειρίες διοίκησης δεν έχει παρά να ωφελήσει τόσο το σχολείο, όσο, προπαντός, και τους ίδιους. Έτσι π.χ. η ευθύνη των καθηκόντων του Προέδρου του Κεντρικού Μαθητικού Συμβουλίου θα μπορούσε να αναληφθεί από δύο παιδιά ανά τετράμηνο. Παρόμοια και η ευθύνη του Προέδρου του Συμβουλίου Τμήματος κ.ο.κ.

Τέλος -και ας μη φανεί αυτό υπερβολή- εναλλαξιμότητα με διάκριση θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στο επίπεδο της τάξης όπου αυτό είναι εφικτό. Ο καθηγητής κάποιες φορές θα μπορούσε να κάθεται ως μαθητής στο θρανίο και ο μαθητής ή ομάδα μαθητών να αναλαμβάνουν να οδηγήσουν τους υπόλοιπους στη διαδικασία απόκτησης γνώσεων.
Εν τέλει η εναλλαξιμότητα με σωστή πάντοτε καθοδήγηση θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι το σχολείο είναι χώρος, όπου όλοι μαθαίνουν, εκπαιδεύονται και προχωρούν.

ΑΛΕΞΗΣ ΑΛΕΞΔΑΝΡΟΥ
Διευθυντής στο Γυμνάσιο Αγίου Στυλιανού Στροβόλου