Στην εφημερίδα μια δήλωση των οργανωμένων γονιών: «Κάθε παιδί θέλει στην τάξη τον κολλητό του». Ζητούν να μη χωρίζονται οι φίλοι, τονίζουν την ανασφάλεια και το πλήγμα από την απώλεια (τραύμα το λένε οι ειδικοί). Μα και τώρα; Με τα κινητά, τους υπολογιστές, την άνεση της αυτάρκειας; Και λες, καλά, τότε: ούτε τεχνολογία, ούτε ψυχαγωγία, τηλεόραση άγνωστη, άντε να πετύχαινες πού και πού κανένα ραδιόφωνο, ανάγκη πάσα για ένα φιλαράκι.

Κι αναθυμάσαι: Νηπιαγωγείο. Πρώτη έξοδος από το σπίτι, μεταφορά με το ποδήλατο του πατερούλη. Στην Παλουριώτισσα η Αγγελική Ηλιάδη από τις πρώτες που τόλμησαν, δίνει αγάπη και στήριγμα, παρηγορεί τα τρομαγμένα απ’ την αλλαγή πιτσιρίκια που τσιρίζουν και θέλουν τη μάνα τους.

Πρώτη Δημοτικού. Στον δρόμο της μικρής εκκλησίας της Παναγίας, σπιτάκια χαμηλά, γλάστρες με μυριστικά. Κοριτσάκια με φτηνά φουστανάκια, αγοράκια με κοντοπαντέλονα μες στο καταχείμωνο, παπούτσια σολιασμένα, συχνά με τρίγωνη τρύπα μπροστά να μην πονάει το χονδρό δάκτυλο σαν μας μίκραιναν. Πάνινες τσάντες, κανένα-δυο μολύβια, ξύστρα, γομολάστιχα (τρελαθήκαμε αργότερα σαν είδαμε τον πρώτο άβακα, αριθμητήριο το λέγαμε).

Ένα μελανούρι, χαμένο ανάμεσα στα «καλαμαρίστικα», τα ιταλικά και τα αραβικά που κουβαλούσε βουνό θλίψης από χαμένους αιγυπτιώτικους παραδείσους. Να ’σαι το «ξενικό», να μη βγάζεις λέξη απ’ ό,τι ακούς, σκέτες κοτρώνες οι λέξεις με τη βαριά κυπραίικη διάλεκτο της εποχής. Δίπλα σου στο θρανίο ένα κορίτσι στρουμπουλό, αφράτο, κατάξανθο, χαμογελαστό. Ένα χεράκι τρυφερό, απλώνεται μετά το ψωμοτύρι στο διάλειμμα. «Έλα, φάε και πόπαστο»*. «Τι είναι το πόπαστο, Σοφία; Μήλο είναι αυτό». Ούτε λεπτό πια χωρίς αυτό το χέρι. Και στη φωτογραφία, τέλος της χρονιάς, δίπλα-δίπλα, όχι κολλητές, σιαμαίες.

Φλεβάρης 1951, χιονίζει και κλαις απαρηγόρητη. Θες να πας να παίξεις χιονοπόλεμο με τη Σοφία, πεντέξι σπίτια πιο κάτω. Το όχι της μάνας τσεκουριά, ένας φούσκος σού κλείνει το στόμα θες δεν θες. Διακοπές και στην αυλή του σχολείου, στο παγκάκι πετσετούλα, ψωμάκι, παιχνίδι, παιχνίδι.

Ύστερα μετακόμιση, σπαραγμός στον χωρισμό, σπαραγμός παιδικός, όχι αστεία, κι ύστερα τίποτα. Ούτε τηλέφωνα τότε, ούτε εύκολη μετακίνηση. Θα ’χαν περάσει κοντά σαράντα χρόνια. Ξαφνικά σ’ ένα μνημόσυνο δυο μάτια σε κοιτούν, κάτι σου θυμίζουν. Το χαμόγελο ολόιδιο, στο βεβαιώνει: η Σοφία. Δυο αγκαλιές ανοίγουν διάπλατα. Δεν ψαχτήκαμε ποτέ, δεν χαθήκαμε ποτέ. Χρόνια και χρόνια και τώρα πάλι κολλητές. Όσο κι αν αργήσαμε να ιδωθούμε, να πούμε ένα «γεια», όσα κι αν μας έτυχαν - κι είχαμε μπόλικα! Με παιδιά και εγγόνια εκείνη, με την τύφλα σου εσύ (γέννα δεν είναι και οι εκπομπές και το γράψιμο, κι απ’ τις δύσκολες; Λέμε τώρα!). Η Σοφία πάντα εκεί. Με τον καφέ και τα κουλουράκια τις καθημερινές, με τα τσουρέκια και τις φλαούνες στην ώρα τους, δίπλα στη ζεστή σόμπα της τον χειμώνα, στη δροσερή βεράντα της τα καλοκαίρια. Πάντα εκεί, πάντα μ’ εκείνο το χαμόγελο. Εσύ από κοντά να ζεις όσα τυχαίνουν στη μεγάλη φαμελιά, εκείνη να ζει τα πάθη σου. Η κολλητή σου, καταφυγή πάντα.

Λέω να της πω μια καλημέρα με αφορμή το δημοσίευμα, αλλά άσε καλύτερα να δει το γραφτό. Α, και να μην ξεχάσω σαν βρεθούμε να μου θυμίσει πώς την έλεγαν τότε; Σοφία, τι; Γιατί Σοφία Μάρκου την ζω στην επανασύνδεση. Να τη ρωτήσω για να καλύψω αυτό το μοναδικό κενό.

* Πόπαστο: το επιδόρπιο στα κυπριακά.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ