Είδαμε πρόσφατα στον Τύπο πως η Κύπρος κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις από πλευράς τεχνολογικής έρευνας κι αναβάθμισης ανάμεσα στις Χώρες της ΕΕ, κι ότι διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ για σκοπούς έρευνας κι ανάπτυξης. Ούτε κι η δημιουργία των πανεπιστημίων κι ερευνητικών κέντρων μπόρεσε να ανεβάσει σημαντικά το ποσοστό, που διατίθεται για σκοπούς έρευνας κι ανάπτυξης από 0,40-0,50% που ήταν πάντοτε.

Ο λόγος πιστεύω γι’ αυτή τη στασιμότητα είναι η αποτυχία μας να διατηρήσουμε τους κατ’ εξοχήν παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, πρωτογενείς και δευτερογενείς, μέσω των οποίων διεξάγεται έρευνα και τεχνολογική αναβάθμιση και ταυτόχρονα να αναβαθμίσουμε τους τομείς των υπηρεσιών προς την κατεύθυνση σταθερής κι αυξημένης προστιθέμενης αξίας. Η τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας μπορεί καλύτερα να προωθηθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο, που θέσαμε από την αρχή, της μετατροπής της Κύπρου σε ένα σύγχρονο περιφερειακό οικονομικό κι εμπορικό κέντρο.

Στη συνέχεια θα ασχοληθούμε με μια πτυχή του πιο πάνω εγχειρήματος, που κατά τη γνώμη μας είναι θεμελιακή για να διασφαλιστεί ότι η όλη προσπάθεια θα έχει, πέραν της επιτυχίας, και συνέχεια σε βάθος χρόνου. Αυτή η πτυχή αφορά στο τεχνολογικό βάθος των τομέων που θα επιλεγούν για να αποτελέσουν τους πυλώνες της οικονομικής ανάπτυξης.

Δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε στην προώθηση οποιωνδήποτε δραστηριοτήτων που θα αυξήσουν μόνο τα εισοδήματα. Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε τομείς δραστηριότητας που θα έχουν ως βάση την καλλιέργεια μιας ή περισσοτέρων από τις φυσικές επιστήμες, την έρευνα σε τέτοιους τομείς και σαν αποτέλεσμα την παραγωγή νέων ή βελτιωμένων τεχνολογικά προϊόντων και προσφορά υψηλού επιπέδου υπηρεσιών. Οι υπόλοιποι τομείς ασφαλώς θα προωθούνται στο μέτρο που δημιουργούν προστιθέμενη αξία και εισοδήματα. Πέραν του τεχνολογικού βάθους, τα κριτήρια στην επιλογή των τομέων θα πρέπει να περιλαμβάνουν κι άλλα χαρακτηριστικά.

Το συγκριτικό μέγεθος της προστιθέμενης αξίας (που καθορίζει και το μέγεθος του ΑΕΠ), τον ρυθμό μεταβολής του (που καθορίζει τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ), τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του παραγόμενου προϊόντος ή της προσφερόμενης υπηρεσίας, του εξαγώγιμου ή μη τούτου κλπ. Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τη σημασία κάθε ενός κριτηρίου, που όλα έχουν το κοινό χαρακτηριστικό της αειφόρου κι αυτοπροωθούμενης ανάπτυξης.

Είναι τώρα κι αρκετά χρόνια που γίνεται συζήτηση για τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας. Παρόλο που θα μπορούσαν να δοθούν πολλοί ορισμοί για το τι εννοούμε με τον όρο αυτόν, καταλήξαμε στον πιο κάτω: τεχνολογική αναβάθμιση σημαίνει την περιεκτική προσπάθεια ανάπτυξης επί σταθερής βάσης εκείνων των τομέων δραστηριότητας που χρησιμοποιούν ή βασίζονται σε μια ή περισσότερες από τις θετικές επιστήμες (φυσική, χημεία, βιολογία κλπ). Αυτό δεν σημαίνει ότι σε κάθε στιγμή και όλες οι οικονομικές δραστηριότητες θα πρέπει να καλλιεργούν μια από τις εν λόγω επιστήμες.

Καμιά φορά μάλιστα, κι επειδή οι δραστηριότητες που έχουν τεχνολογικό βάθος χρειάζονται χρόνο να αναπτυχθούν και να αρχίσουν να αποδίδουν, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε δραστηριότητες με γρήγορες αποδόσεις, για να μπορούν έτσι να χρηματοδοτούνται οι πρώτες. Σε κάθε στιγμή όμως θα πρέπει να υπάρχουν σε εξέλιξη διεργασίες έρευνας κι ανάπτυξης τέτοιων δραστηριοτήτων. Ένα ικανοποιητικό ποσοστό του ΑΕΠ θα πρέπει να διατίθεται για σκοπούς έρευνας κι ένα σημαντικό ποσοστό των επενδύσεων θα πρέπει να αφορά τεχνολογικούς τομείς.

Όπως και στην περίπτωση του κέρδους των επιχειρήσεων, οι τομείς δραστηριότητας της οικονομίας δημιουργούν μιαν υπεραξία, την προστιθέμενη αξία (value added), που το άθροισμα όλων ισοδυναμεί με το ΑΕΠ της χώρας. Η διαφορά έγκειται στο ότι το μεν κέρδος των επιχειρήσεων ισοδυναμεί με την απόδοση ενός μόνο συντελεστή παραγωγής, του επενδυμένου κεφαλαίου και μπορεί να είναι αρνητικό (ζημιά), ενώ η προστιθέμενη αξία με την απόδοση όλων των συντελεστών παραγωγής (εργασίας, κεφαλαίου, γης και τεχνολογικής μεταβολής).

Ας σημειωθεί ότι η σταθερή και γρήγορη μεγέθυνση του ΑΕΠ εξαρτάται τόσο από την αύξηση του όγκου των συντελεστών παραγωγής όσο κι από τη βελτίωση της ποιότητας του κάθε ενός ξεχωριστά καθώς και της ‘τεχνολογίας’ του συνδυασμού τους. Επισημαίνεται έτσι και πάλι η τεράστια σημασία της τεχνολογικής αναβάθμισης της παραγωγής προστιθέμενης αξίας.

Οι επιλεγησόμενες οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να έχουν και το στοιχείο της διαχρονικής μεγέθυνσης, να έχουν μέλλον. Το στοιχείο αυτό δεν εξαρτάται μόνο από το τεχνολογικό βάθος της συγκεκριμένης δραστηριότητας, η ύπαρξη του οποίου μπορεί να διασφαλίσει την επιβίωση κι ανάπτυξή της, αλλά κι από το περιβάλλον που ρυθμίζει θέματα όπως η ζήτηση και τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της. Στην περίπτωση αυτήν υπεισέρχεται η εξωτερική ζήτηση και το ανταγωνιστικό περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί με την ένταξή μας στην Ε.Ε. και την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου.

Η ζήτηση του συγκεκριμένου αγαθού, προϊόντος ή υπηρεσίας, είναι πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωση της επιχείρησης παραγωγής ή προσφοράς του. Στην ενεργοποίηση της ζήτησης καθοριστικός παράγοντας είναι η ανταγωνιστικότητά του τόσο από πλευράς ποιότητας όσο κι από πλευράς τιμής.

Ας σημειωθεί ότι τα χαρακτηριστικά αυτά αφορούν όλες τις δραστηριότητες περιλαμβανομένων και των υπηρεσιών. Η επιλογή και προώθηση των δραστηριοτήτων που συνάδουν με τα πιο πάνω είναι απαραίτητη γιατί ως μικρή χώρα έχουμε πρόσθετο λόγο να αξιοποιούμε με τον καλύτερο τρόπο τους περιορισμένους πόρους που διαθέτουμε, έστω κι αν θέσαμε ως προϋπόθεση την επαύξησή τους.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com