Τον Μάιο αυτού του έτους, είχε παρουσιαστεί στον τηλεοπτικό σταθμό «Σίγμα» και στην εφημερίδα «Σημερινή» μελέτη, που αφορούσε το πώς βλέπουν οι συμπατριώτες μας το μέλλον τους. Μεταξύ άλλων, η μελέτη έδειχνε ότι, αν παρουσιαζόταν ένα νέο δημοψήφισμα βασισμένο ή παρόμοιο με το σχέδιο Ανάν, το 36% θα το αποδέχονταν, το 43% θα το απέρριπταν, με το υπόλοιπο να μην απαντούν. Επίσης, με την προϋπόθεση ότι το αντάλλαγμα σε μια λύση θα ήταν η άμεση και απόλυτη αποκατάσταση της οικονομίας, το 45% θα επέλεγαν σχέδιο τύπου Ανάν, το 17% θα επέλεγαν τη διχοτόμηση (δυστυχώς) και το 38% θα προτιμούσαν να παραμείνει η κατάσταση όπως έχει, περιμένοντας και ελπίζοντας σε μια καλύτερη λύση.

Λίγες μέρες μετά από αυτήν τη μελέτη, δημοσίευμα του αμερικανικού Bloomberg «ενίσχυσε» τα πιο πάνω ευρήματα αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι: «οι άνθρωποι στην Κύπρο έχουν υποφέρει από μια δυσλειτουργική κατάσταση, με την πλειοψηφία να θέλουν μια νέα κατάσταση και αυτήν τη φορά ο κ. Αναστασιάδης θα είναι σε θέση να πείσει τους Ελληνοκυπρίους να ψηφίσουν 'ναι', μιας και οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές». Με αφορμή τις αμερικανικές «σειρήνες», κατά τη μέρα της Δημοσιογραφικής Διάσκεψης του Προέδρου στη Νέα Υόρκη, ο Πρόεδρος ρωτήθηκε τι έχει να πει στον «κουρασμένο» κυπριακό λαό για όλα αυτά. Αν, δηλαδή, όντως «εξαντληθήκαμε» οικονομικά, με αποτέλεσμα να είμαστε λιγότερο διεκδικητικοί και η λύση και προώθηση αυτής να είναι πιο εύκολη.

Στην απάντησή του, ο Πρόεδρος, ανάφερε ότι «βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια των διαπραγματεύσεων μέσα σ' ένα καλύτερο από το παρελθόν κλίμα, με συμφωνίες αλλά και διαφωνίες», και ότι «είναι πάρα πολύ πρόωρο να πει κανένας αν ο κυπριακός Ελληνισμός θα αποδεχθεί ή θα απορρίψει μια λύση», σημειώνοντας παράλληλα ότι «είναι πάρα πολύ νωρίς να γίνονται δημοσκοπήσεις αορίστως, κατά πόσο κάποιοι δέχονται ή απορρίπτουν», προσθέτοντας ότι, «εάν κατορθώσουμε να απαντήσουμε στις ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων και στις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων, η λύση θα πρέπει να είναι μια συμφωνημένη λύση, που να μπορεί να γίνει αποδεκτή και από τις δύο κοινότητες».

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για την ορθότητα αρκετών από όσα αναφέρει ο κ. Αναστασιάδης. Τα σημεία όμως που θεωρώ ότι χρειάζονται προσοχή είναι η αναφορά για τη «μη» ανάγκη διεξαγωγής δημοσκοπήσεων και η «κούραση» του λαού. Οι δημοσκοπήσεις εκφράζουν τη συνολική «επιθυμία» του κόσμου τη δεδομένη στιγμή που γίνονται και έχουν (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να έχουν) ως μοναδικό γνώμονα να καθοδηγούν τον Πρόεδρο και τον διαπραγματευτή, αναφορικά με το πώς σκέφτεται ο λαός, τι θέλει, και πώς νιώθει!

Ο προσφυγικός λαός έχει κουραστεί να περιμένει 41 χρόνια και μαζί του προστέθηκαν και οι πρόσφατα «οικονομικά ξεριζωμένοι» συμπολίτες μας, οι οποίοι άρχισαν και αυτοί να «κουράζονται» από την οικονομική αβεβαιότητα. Αναπόφευκτα, η ανασφάλεια που επικρατεί μεταξύ της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας μπορεί να έχει δυο παραμέτρους: είτε να αντιδράσει «επαναστατικά» έναντι μιας λύσης που δεν θα τον πείσει ότι είναι για το καλό του, είτε να αδιαφορήσει εντελώς λόγω κούρασης και να υψώσει λευκή σημαία. Ειδικά σε μια περίοδο που ο λαός ακούει δεξιά και αριστερά τα όσα «ξεφουρνίζονται» ως «φρέσκα» και επί καθημερινής βάσης, πώς θα μπορέσει ο Πρόεδρος να πείσει τον κόσμο για την ορθότητα των κινήσεών του, όταν δεν καταφέρει από τώρα να κερδίσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του κόσμου μέσα από μιαν απευθείας επικοινωνία μαζί του, με απώτερο στόχο την εμψύχωση και ενθάρρυνση αυτού του ταλαιπωρημένου λαού;

Μεταξύ άλλων, στη Δ.Δ. ο Πρόεδρος ανέφερε ότι, «η αποφασιστικότητα είναι να εργαστώ κατά τρόπον που να δημιουργηθούν συνθήκες λαμβάνοντας υπ' όψιν τις έγνοιες των δύο κοινοτήτων, αλλά και δημιουργώντας προοπτικές μέσα από τη διασφάλιση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βασικών ελευθεριών, έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή μια ενδεχόμενη λύση που τα μέρη θα καταλήξουν». Αν δεν ρωτηθεί άμεσα ο κόσμος, που μέσα από τις δημοσκοπήσεις «φωτογραφίζεται» το μέλλον του, πώς θα μπορεί κάποιος να ξέρει τις έγνοιες του λαού μας σε καίρια θέματα; Πάνω σε ποια βάση και με ποια κριτήρια κτίζεται η διαπραγματευτική μας προσπάθεια; Αν δεν ρωτηθεί ο λαός μας π.χ. για το θέμα της «ασφάλειας» ή των «εγγυητριών δυνάμεων», θέματα που αναφέρθηκαν από τον ίδιο τον Πρόεδρο και τα οποία πρέπει να ξεπεραστούν, πώς θα μιλήσει ο λαός, όταν θα έρθει η ώρα να μιλήσει; Γιατί εδώ δεν μιλάμε για ένα απλό ηλεκτρονικό σύστημα, που θα αγοράσουμε για να ελέγχει την ασφάλεια του σπιτιού μας! Εδώ μιλάμε για την ασφάλεια όλης της χώρας μας και την ασφάλεια του μέλλοντος των παιδιών μας.

Η «προετοιμασία» του λαού δεν επέρχεται από τα ΜΜΕ και τις «θετικές» φωνές της συμπολίτευσης ή τις «αρνητικές» φωνές της αντιπολίτευσης. Η προετοιμασία του λαού και του τρόπου με τον οποίο θα ανταποκριθεί ο λαός σε ένα τόσο δύσκολο και ευαίσθητο θέμα επέρχεται μέσα από την αποφασιστικότητα που θα επιδείξει ο ηγέτης του, μέσα από τα επιχειρήματα που θα προβάλει απευθείας προς τον λαό του (όχι λίγο πριν από το δημοψήφισμα αλλά από τώρα). Ο λαός δεν χρειάζεται επιστημονική, νομική ή τεχνική ανάλυση των όσων συζητά ο κ. Μαυρογιάννης στις διαπραγματεύσεις, ούτε και χρειάζεται ενδελεχή ενημέρωση από τον Πρόεδρο. Το μόνο που ζητά ο λαός είναι να νιώσει το αίσθημα της ασφάλειας, της εμψύχωσης, του ότι ο Πρόεδρος και η διαπραγματευτική ομάδα ξέρουν τι κάνουν.

Και κάτι τέτοιο χρειάζεται να γίνει άμεσα, αλλιώς, κάθε μέρα που περνά, θα επιβεβαιώνεται το άρθρο του αμερικανικού Bloomberg. Ότι, δηλαδή, ο λαός θα κουράζεται όλο και περισσότερο, και μη έχοντας πλέον καμιάν αντοχή, θα πει απλά «ναι» στην όποια λύση. Αν αυτό επιθυμούμε, τότε δεν χρειάζονται περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει να μιλήσετε στον λαό, εκτός κι αν… η «εξάντληση» του λαού θα δώσει τη λύση από μόνη της: όσο πιο πολύ εξαντληθεί, τόσο πιο εύκολα θα προχωρήσουμε σε λύση.

ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
Σύμβουλος Πολιτικού Μάρκετινγκ, Μέλος του Αμερικανικού Συνδέσμου Πολιτικών Συμβούλων