Όλα αλλάζουν γύρω μας, το πολιτικό πεδίο είναι τόσο ρευστό, που συνεχώς νέα δεδομένα δημιουργούνται και νέες δυναμικές διαμορφώνονται. Οι πολιτικές δυνάμεις, ειδικότερα αυτές που ανήκουν στο παλαιοκομματικό κατεστημένο, καλούνται να προσαρμοστούν σε νέες προκλήσεις, προσπαθώντας απεγνωσμένα να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, τα λάφυρα που απέκτησαν διαχρονικά επί των ερειπίων του καταρρακωμένου πλέον κυπριακού Ελληνισμού. Κάποιες πολιτικές δυνάμεις εξελίσσονται, προσαρμόζονται για να προϋπαντήσουν τις προκλήσεις αυτές, ενώ άλλες βυθίζονται στη θαλπωρή της ακινησίας και του τέλματος, θεωρώντας δεδομένη την εκλογική τους βάση. Το ποιος είναι προοδευτικός και ποιος είναι συντηρητικός, κρίνεται όχι από τους αυτοπροσδιορισμούς, αλλά από την πράξη, τη διαχείριση των εξελίξεων και τη ικανότητα έκαστης πολιτικής δύναμης να ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα με επάρκεια και αποφασιστικότητα.

Στη χώρα μας είναι προφανές πως η μεταρρύθμιση του δημόσιου και ημιδημόσιου τομέα περνάει μέσα από τη σταδιακή απάλειψη συγκεκριμένων προνομίων, που έχουν δημιουργήσει παράλογα «κεκτημένα» τα οποία επιβαρύνουν την πλειοψηφία των πολιτών. Το να υπάρχουν συγκεκριμένες ομάδες που έχουν το προνόμιο υψηλότατων μισθών και συντάξεων, το να χρηματοδοτούνται συγκεκριμένα ταμεία με «κοινωνικούς πόρους» (δηλαδή από τους υπόλοιπους μη προνομιούχους!), το να παρακαλούν και να υποχρεώνονται για τα αυτονόητα φορολογητέα δικαιώματά τους στην υγεία ή στις όποιες άλλες διοικητικές υπηρεσίες σε βουλευτές και υπουργούς, αποτελεί προκλητική κοινωνική αδικία. Και όλα αυτά διότι ισχυρές ομάδες συμφερόντων, είτε του δημόσιου τομέα είτε με ειδική επιρροή, διασφαλίζουν τα προνόμιά τους εις βάρος των υπολοίπων.

Αυτήν την παράλογη και άδικη πραγματικότητα τόσο η Αριστερά (πρώην κυβερνώντες), όσο και η Δεξιά (ως κόμμα εξουσίας) θα έπρεπε, οι μεν πρώτοι να αγωνίζονται με ιδεολογικό υπόβαθρο και η δεύτερη με μνημονιακό υπόβαθρο να την εξαλείψουν και όχι να την διαιωνίζουν. Η μεν Αριστερά στη χώρα μας, έχοντας αποφασίσει να μην αναλάβει καμία ευθύνη εξουσίας (από την πενταετή διακυβέρνησή της), έχει οδηγηθεί στο να στηρίζει οποιοδήποτε «κεκτημένο» (ακόμη και τα πιο παράλογα και άδικα).

Όμως το να σύρεται το κόμμα της «αξιωματικής αντιπολίτευσης» (αυτό χρήζει αξιολόγησης, γιατί ο ρόλος του θα έπρεπε να ήταν το αντιστάθμισμα του απαράδεκτου τρόπου διακυβέρνησης σε εθνικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο), με επικεφαλής τους δικούς του συνδικαλιστές «εργατοπατέρες» του δημόσιου τομέα σε μια πολιτική μνημονιακού «δήθεν» εξαναγκασμού (για να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα), είναι απογοητευτικό για τον τόπο και πολιτικά καταστροφικό για το ίδιο το κόμμα της Αριστεράς. Στην αντίπερα όχθη, η ούτω καλούμενη Δεξιά με τους διαχρονικούς θιασώτες των νεοφιλελεύθερων πεποιθήσεων, που εξυπηρετούσαν και πάντα θα εξυπηρετούν το κεφάλαιο, να προσπαθεί να μας πείσει ότι όλα αυτά τα εξαναγκαστικά μνημονιακά μέτρα είναι για το καλό μας και, με υπέρμετρο θράσος, να αποδίδουν το όλο σκηνικό στη δήθεν τεμπελιά του λαού μας. Το να υποστηρίζονται οι προκλητικές απαιτήσεις συγκεκριμένων ομάδων, εις βάρος των οικονομικά ασθενέστερων που χρηματοδοτούν μισθούς και συντάξεις, αποτελεί επιεικώς παραλογισμό, αναχρονισμό και κοινωνική αδικία.

Η επικείμενη πολιτική μάχη θα κριθεί στο πεδίο της κοινής λογικής, του μέσου μετριοπαθούς και συνετού πολίτη (συμπεριλαμβάνοντας τους κομματικά τοποθετημένους αλλά και τους απέχοντες, των οποίων η πλειοψηφία μετακινήθηκε εκτός του παραδοσιακού κομματικού τους χώρου ή στην αποχή από βαθύ προβληματισμό και ενσυνείδητα, απαξιώντας τα όσα συμβαίνουν).

Στο εν λόγω πεδίο θα επαναδιεκδικήσουν την πρωτοκαθεδρία όλοι οι παραδοσιακοί κομματικοί σχηματισμοί, των οποίων, κατά γενική παραδοχή, οι ευθύνες για το σημερινό κατάντημα της κοινωνίας των πολιτών είναι αδιαμφισβήτητες. Μήπως έχουν, επιτέλους, διαμορφωθεί οι συνθήκες εκείνες, οι οποίες θα επιτρέψουν μια, καθυστερημένη αλλά άκρως αναμενόμενη, ανατροπή του πολιτικού κατεστημένου από τον απλό μέσο πολίτη; Το πολιτικό σκηνικό περνάει από διάφορες φάσεις. Άλλοτε χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και άλλοτε από αστάθεια. Όσο πιο σταθερό είναι ένα τοπίο, τόσο εκείνος που κυριαρχεί δικαιούται να νιώθει ασφαλής, γιατί ακριβώς στις περιπτώσεις αυτές, οι διακυμάνσεις των ψηφοφόρων είναι περιορισμένες. Τα σημερινά δεδομένα στην πατρίδα μας φωτογραφίζουν ένα πολιτικό περιβάλλον που έχει μπει σε φάση έντονης αστάθειας και ρευστότητας με διαρκείς ανατροπές.

Μακριά από περίπλοκες οπτικές, η απάντηση στην πολιτική αυτή ρευστότητα είναι απλή: Πρώτον, η παρούσα Κυβέρνηση έχει κουράσει με την παντελή απουσία διεκδικητικότητας (εφ' όλων των θεμάτων) και την εμφανή εξυπηρέτηση του κεφαλαίου εις βάρος των ασθενέστερων ομάδων. Δεύτερον, η εναλλακτική λύση εξουσίας (που είχαν οι πολίτες τη δεύτερη Κυριακή του Φεβρουαρίου του 2013) παραμένει κυβερνητικά αναξιόπιστη (μετά τα ερείπια της δικής τους διακυβέρνησης) και σε επίπεδο ηγεσίας και σε επίπεδο κομματικής ομάδας.

ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α' Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών