Εδώ επικράτησε μια άλλη φιλοσοφία μας, που είδαμε κι αλλού: τι τους θέλουμε τους ξένους, αφού και μόνοι μας τα καταφέρνουμε…
Είδαμε τελευταία στον Τύπο ευχάριστα νέα για την αναβάθμιση της κυπριακής οικονομίας από διεθνή οίκο αξιολόγησης, καθώς και τις δυνατότητες που παρέχονται τώρα για νέα προσφυγή σε διεθνή δανεισμό. Το ερώτημα, όμως, που τίθεται αβίαστα είναι πώς αξιοποιούμε τις καλές αυτές συγκυρίες, όχι μόνο για μόνιμη έξοδο από την ύφεση, αλλά και να βάλουμε την οικονομία πάνω σε γερά θεμέλια για μια σίγουρη ανοδική πορεία στο μέλλον.
Μια και ακόμη δεν υπάρχει καταγεγραμμένη μια τέτοια ολοκληρωμένη επίσημη στρατηγική, θα ασχοληθούμε με μερικές βασικές παραμέτρους που θα πρέπει να τη διέπουν, αντλώντας από τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Μέσα στο πλαίσιο της επαναδραστηριοποίησης της οικονομίας μετά την καταστροφή, που επέφερε η εισβολή, υιοθετήσαμε, μεταξύ άλλων, δυο συναφή προγράμματα: την επέκταση των οικονομικών συνόρων της Κύπρου και την καθιέρωσή της ως επιχειρηματικού κέντρου για την περιοχή της Μέσης Ανατολής, Βόρειας και Κεντρικής Αφρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Για την υλοποίηση των στόχων αυτών, υπογράφηκε μεγάλος αριθμός διμερών συμφωνιών οικονομικής συνεργασίας (περιλαμβανομένης και της αποφυγής διπλής φορολογίας) (Σοβιετική Ένωση κι Ανατολική Ευρώπη, Κίνα, Ινδία, Ελλάδα, χώρες της Μ. Ανατολής) ενώ έγιναν επαφές για τα θέματα αυτά με άλλες μακρινές χώρες (Ιαπωνία, ΗΠΑ κλπ). Η ιδέα ήταν από τη μια να επεκταθεί το ασφυκτικό πλαίσιο που έθετε το μικρό μέγεθος της κυπριακής αγοράς κι από την άλλη να ενθαρρυνθούν οι απομακρυσμένες χώρες να χρησιμοποιούν την Κύπρο σαν depot κι όχι μόνο για τις εξαγωγές των αγαθών και υπηρεσιών τους στις γύρω περιοχές.
Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ενίσχυσε τη σημασία της προς τις κατευθύνσεις αυτές. Παρ' όλο που η πολιτική αυτή υιοθετήθηκε από τις εκάστοτε Κυβερνήσεις, για διάφορους λόγους δεν προωθήθηκε επαρκώς. Ως μέλος της ΕΕ η Κύπρος θα έπρεπε να επιδιώξει συστηματικά την πραγμάτωση του προδιαγεγραμμένου αυτού ρόλου, που συνάδει θαυμάσια και με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Κύπρου και με τις επιδιώξεις της ΕΕ. Μάλιστα, με τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από το φυσικό αέριο και τις πολιτικές συγκυρίες στην περιοχή, η σημασία της Κύπρου έχει αναβαθμιστεί προς την κατεύθυνση καθιέρωσής της ως ενός δυναμικού οικονομικού κέντρου για τον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο κι όχι μόνο.
Δυστυχώς όλα αυτά, που αποτελούσαν βασικά στοιχεία των προγραμμάτων ανάπτυξης μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα ξεχάσαμε και βάλαμε όλα τα αβγά μας στο καλάθι ορισμένων Υπηρεσιών, που, όπως αποδείχθηκε, πολλές φορές ήταν τυχοδιωκτικές. Εγκαταλείψαμε τους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, που προάγουν την έρευνα και την καινοτομία, χωρίς να έχουμε εμβαθύνει αρκετά σε ανάλογους τριτογενείς τομείς! Παρ' όλο που υπογράψαμε μεγάλο αριθμό διμερών Συμφωνιών Οικονομικής Συνεργασίας, περιλαμβανομένης της αποφυγής διπλής φορολόγησης, απαραίτητων για την προώθηση στην πράξη της καθιέρωσης της Κύπρου ως διεθνούς οικονομικού κέντρου, η διαχείρισή τους δεν άγγιξε τον πραγματικό σκοπό τους, ενώ δημιούργησε πολλές φορές γενικότερα προβλήματα ως προς τον πραγματικό ρόλο της Κύπρου.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η πολιτική της μετατροπής της Κύπρου σε οικονομικό κέντρο, πέραν της προσπόρισης κάποιων εισοδημάτων, δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ως προς την αναδιάρθρωση και τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας και την καθιέρωση της Κύπρου ως ενός σύγχρονου περιφερειακού οικονομικού κι εμπορικού κέντρου στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο.
Αναμέναμε ότι ξένοι κολοσσοί θα αξιοποιούσαν την ευκαιρία και θα μετέφεραν τις εμπορικές αλλά και, γιατί όχι, κάποιες μεταποιητικές τους δραστηριότητες στην Κύπρο, πράγμα που θα βοηθούσε στην αναζωογόνηση κι αναβάθμιση ανάλογων κυπριακών, ενώ θα αξιοποιείτο καλύτερα η πανεπιστημιακή κι ερευνητική υποδομή, που παράλληλα δημιουργήσαμε.
Εκτός του ότι δεν φροντίσαμε να ετοιμαστούν τα αναγκαία έργα υποδομής, κάθε φορά που είχαμε ενδιαφέρον από ξένους φροντίζαμε να βρούμε τρόπους να τους αποδιώξουμε. Είναι γνωστή η προσπάθεια κι οι μελέτες που έγιναν από τη δεκαετία του 1980 για τη δημιουργία ενός Τεχνολογικού Πάρκου για την εγκατάσταση ξένων, τεχνολογικά αναβαθμισμένων, εταιρειών. Είναι επίσης γνωστή η εγκατάλειψη της άλλης προσπάθειας που ξεκίνησε να υλοποιείται με τη δημιουργία της Ελεύθερης Βιομηχανικής Περιοχής Λάρνακας, όπου είχαμε και τις πρώτες ξένες εταιρείες. Η παρουσία τους θα λειτουργούσε σαν πόλος έλξης για άλλες.
Αλλά κι η συμπεριφορά μας απέναντι σε όσες ξένες εταιρείες επέδειξαν ενδιαφέρον να επενδύσουν στην Κύπρο δεν ήταν η αρμόζουσα. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Είχαμε την απόσυρση του ενδιαφέροντος του κινεζικού οργανισμού για επένδυση στην περιοχή του παλιού αεροδρομίου Λάρνακας, του Κατάρ, της αμερικανικής microsoft, της ιαπωνικής Hitachi, της ινδικής Τάτα κτλ.
Ευρισκόμενος στις Ινδίες, όταν ο Πρόεδρος Βασιλείου πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη, ζήτησα κι είδα την Τάτα, τον ινδικό επιχειρηματικό κολοσσό. Τους εξήγησα την τεράστια σημασία που θα είχε γι’ αυτούς η χρησιμοποίηση της Κύπρου για τις δραστηριότητές τους στον ευρύτερο χώρο.
Πράγματι, η Τάτα ήρθε στην Κύπρο, ενέγραψε εταιρεία και προσπάθησε να δραστηριοποιηθεί δημιουργώντας τα δικά της γραφεία. Όταν μετά από λίγο καιρό συνάντησα τυχαία εκπρόσωπό της και τον ρώτησα πώς πάνε, η απάντησή του ήταν αρνητική: σκεφτόμαστε να φύγουμε από την Κύπρο, γιατί δεν μπορούμε να δραστηριοποιηθούμε απ’ εδώ, κανένας δεν μας δίνει σημασία. Αργότερα μάθαμε ότι αυτό που προσπαθούσαμε να κάνουμε στην Κύπρο το ΄καναν στην Ολλανδία. Εδώ επικράτησε μια άλλη φιλοσοφία μας, που είδαμε κι αλλού: τι τους θέλουμε τους ξένους, αφού και μόνοι μας τα καταφέρνουμε!
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




