Πώς το ΄χει πει ο Σεφέρης; «Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας! Λάθος! Κι αλλάξαμε ζωή». Μια ελλείπουσα παύση στη μελοποίηση έστειλε το νόημα του στίχου περίπατο. Κρίμα! Μα ας είναι. Άγχος Σεφέρειο κι όχι μόνο, η λάθος ζωή. Αυτή που άλλοι διαλέγουν για μας, αυτή που εμείς διαλέγουμε, στην εποχή των δήθεν, για να ΄μαστε κάποιοι. Όχι για να της δίνουμε νόημα, μα για να μας δίνουν οι άλλοι χώρο, θέση, αξία. Και το μέσα σου; Αυτό που νιώθεις αληθινή ζωή;
Παιδί ξένο, μοναχικό, έφηβη ορφανεμένη, χωρίς χωριό, χωρίς ρίζα, ξερόκλαδο σε κάμπο άνυδρο, μόνη καταφυγή μου αυτά που αγαπώ μέσα από αφηγήσεις. Να σκαρφαλώνω βουνοπλαγιές, ν’ αγγίζω βιβλία, να ρουφάω τη μυρωδιά τους, να τους περνάω ένα ξεφύλλισμα βιαστικό, να τα χαϊδεύω. Να βουτάω σε θάλασσες από σελίδες, φιλαράκι μ’ εκείνα τα μαύρα μυρμηγκάκια που κολλάνε το ένα στ’ άλλο και ζωγραφίζουν παππού, γιαγιά, θεία, ξαδέλφη, που δεν γνώρισα. Και τι καλά, να τους φτιάχνουν όπως τους θέλω. Μακριά από μένα τα σόγια με τα «σου ΄πα», «μου ΄πες», ξορκισμένα να ΄ναι με τον απήγανο (ρυτή η βαρύοσμη, τ’ όνομα του φυτού) που μελετούσαν οι παλιοί για να ξορίζουν το κακό.
Άλλο ένα δύσκολο έως μαύρο καλοκαίρι που το ΄βγαλα στον χώρο που νιώθω σπίτι μου, το διάβασμα. Παρηγοριά στην ύπαρξή μου μ’ όσα την πονάνε να ψηλαφώ αχόρταγα την τωρινή μου φύση που παραμέρισε βουτιές σε θαλασσινά νερά, μάσκα, βατραχοπέδιλα και τη μαγεία του βυθού που σε πλανεύει. Πάνε αυτά. Αν μου λείπουν; Η καρδούλα μου το ξέρει. Μα δεν τα διαλέγουμε όσα μας βρίσκουν, έτσι τα ΄φερε γυρνώντας η ρόδα και να την μια άλλη ζωή. Ένας κόσμος αλλιώτικος, να βουτάω ανάμεσα στις αράδες, να στοχάζομαι, να πικραίνομαι, να χαίρομαι τα καλοκαίρια άλλων, να ζω τους έρωτές τους, να συγκινούμαι, να ενθουσιάζομαι, να θυμώνω. Ν’ ανατριχιάζω στο θρόισμα κάθε σελίδας σαν να ΄ναι θρόισμα από φυλλαράκια δέντρου. Να βουτάω μετά το μελάνι στη δική μου σκέψη. Πώς θα το ΄γραφα αυτό αν μου λάχαινε;
Ένα καλοκαίρι με χίλιες εικόνες, εκπλήξεις, ιδέες. Ζυμάρι ο κόσμος στα χέρια μου και τον πλάθω. Αύριο θα γίνει σκόνη όπως ήταν πριν, αλεύρι και νερό γίνανε ζύμη, όπως θα ξαναγίνουμε κι εμείς. Χώμα και νερό γίναμε πηλός, ύστερα θα γίνουμε πάλι χώμα. Κι εγώ μπερδεύομαι. Δεν ξέρω, αυτή είναι η ζωή μου, αυτή που έζησα; Κι όλα όσα ζούσα διαβάζοντας βιβλία τι ήταν; Η ζωή των άλλων; Και το ΄ξεραν εκείνοι πως τους την έκλεβα σαν κλέφτρα κίσσα; Κι ήταν η αληθινή τους ζωή, ή μήπως έγραψαν για μια ζωή που θα ΄θελαν να ζήσουν μα δεν τους βγήκε; Κι αυτοί μια λάθος ζωή;
Άσ' το τώρα, έλεγα, απαντιόνται τέτοια ερωτήματα, στους σαράντα τόσους βαθμούς με την υγρασία και την κίτρινη σκόνη να σε πνίγουν; Κάτσε να ΄ρθει το φθινοπωράκι με τη δροσιά και τα ξαναδουλεύεις στη σκάφη για το ζύμωμα. Σε δουλειά να βρίσκεται το μυαλό, κλέφτρα κίσσα κι αυτό, να σου ρουφάει κάθε ικμάδα και να σου γυρνάει κι άλλη σελίδα, κι άλλη, κι άλλη.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




