Ο κ. Ακιντζί, μετά την «εκλογή» του και τις υποδείξεις της Τουρκίας, έχει κατ' επανάληψιν με διαδοχικές δηλώσεις του προσγειώσει ανώμαλα τους ένθερμους «φίλους» του ένθεν και ένθεν της γραμμής αντιπαράταξης. Δυστυχώς, όμως, επιλέγουν να αγνοούν τις απαράδεκτες δηλώσεις του, οι οποίες δεν διαφέρουν από αυτές των προηγούμενων κατοχικών ηγετών. Εθελότυφλη στάση χάριν διατήρησης του δήθεν «καλού κλίματος». Όταν η πολιτική του κατοχικού καθεστώτος και της Τουρκίας βασίζεται στη θέση περί δύο λαών, δύο κρατών, δύο θρησκειών, επιβάλλεται να αναζητήσουμε νέα πολιτική, με ξεκάθαρο στόχο τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπου ο ιδιοκτήτης προστατεύεται απόλυτα και το δικαίωμα επιστροφής είναι αναγνωρισμένο.
Το βέβαιο είναι ότι, στο πλαίσιο αυτού του καλού κλίματος, ο κ. Ακιντζί υποδέχεται ως ηγέτης του μελλοντικού συνιστώντος κράτους τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Ε.Ε., Υπουργούς και άλλους αξιωματούχους τρίτων χωρών, εκπροσωπώντας δήθεν «κράτος» που αντιστοιχεί στην κατεχόμενη από τον στρατό της Τουρκίας γη μας. Τούτο, μάλιστα, ως ισοϋψής αξιωματούχος με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, ο οποίος, παρά τα ψηφίσματα του ΟΗΕ για καταδίκη και μη αναγνώριση του ψευδοκράτους, τα παραβίασε μεταβαίνοντας για την τελετή στον κατεχόμενο πύργο του Οθέλλου. Τούτο, μάλιστα, όταν ρητά και δημόσια ο κ. Ακιντζί απαιτεί νέα «δομή», νέο όνομα και νέο «συνεταιρισμό» μεταξύ δύο ίσων κρατιδίων. Καταστάσεις που δίνουν την εντύπωση ύπαρξης, ήδη, δύο κρατών στην Κύπρο, που αποβλέπουν στο να συμφωνήσουν τη δημιουργία ενός νέου κρατικού μορφώματος. Θέση απαράδεκτη, που απλώς υποβαθμίζει την κυριαρχία και ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη συμβολή της δικής μας αδράνειας ή στάσης.
Παράλληλα παρατηρούμε πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν να αποτελούν αφετηρία των δικών μας τώρα θέσεων, ενώ πλείστες από τις συγκλίσεις Ταλάτ - Χριστόφια, τις οποίες ο Πρόεδρος δεσμεύτηκε προεκλογικά να αποσύρει, αποτελούν συγκλίσεις εκ νέου. Προτάσεις και θέσεις οι οποίες αποκλίνουν από το διεθνές δίκαιο και αναφέρονται σε «χρήστες», ενώ παραγνωρίζουν ότι οι θέσεις αυτές θα φέρουν την εσαεί διχοτόμηση του λαού και του κράτους με βάση την εθνική και κοινοτική καταγωγή εκάστου, σε δύο ξεχωριστά κρατίδια με πληθυσμιακή και εδαφικά διακρινόμενη σύνθεση. Πρέπει να αντιληφθούμε όλοι ότι η Τουρκία για 41 χρόνια δεν υποχώρησε καθόλου από τις θέσεις της, ενώ η δική μας πλευρά εθελότυφλα πίστεψε ότι, υποχωρώντας η ίδια, θα επιτύχει λύση δημοκρατική, δίκαιη, λειτουργική και μόνιμη, κάτι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επιτρέψει η επεκτατική βουλιμία της Τουρκίας. Απλώς μας αφήνει να συνεχίζουμε τις υποχωρήσεις μας και να διαπράττουμε λάθη και την κατάλληλη στιγμή θα απαιτήσει πρόσθετες υποχωρήσεις, γενναίες ή μη.
Το καλό κλίμα μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας και κατοχικού ηγέτη ως ανθρώπινη σχέση δεν ενοχλεί και ουδέποτε ενοχλούσε, νοουμένου, όμως, ότι είναι σαφείς οι προσδιορισμοί των ιδιοτήτων τους αντίστοιχα ως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και ηγέτη των Τουρκοκυπρίων. Το Κυπριακό όμως δεν θα επιλυθεί με χαμόγελα, φιλοφρονήσεις, περιπάτους και καφέδες. Μια τέτοια ψευδαίσθηση από τη δική μας πλευρά παραγνωρίζει τη μεθοδευμένη για χρόνια στρατηγική της Τουρκίας, η οποία ενώ φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη μη επίτευξη λύσης, επιλέγει να διαιωνίζει την κατοχή, τη διαίρεση και τον εποικισμό αναμένοντας προφανώς νέες δικές μας υποχωρήσεις.
Ζητήματα όπως η αποχώρηση του τουρκικού στρατού, των εποίκων, η απόσυρση των εγγυήσεων και επιστροφή προσφύγων, δεν είναι θέματα για τα οποία έχει «αρμοδιότητα ή εξουσία» να αποφασίζει ο κατοχικός ηγέτης, όση καλή διάθεση και εάν έχει ή του πιστώθηκε πρόωρα από την πλευρά μας. Θα πρέπει η ε/κ πλευρά να τερματίσει την υποβάθμιση του ζητήματος σε δικοινοτικό και να το αναγάγει στη σωστή διεθνή διάστασή του, η οποία αφορά την ευθύνη που φέρει η Τουρκία έναντι του νόμιμου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία μάλιστα όχι τυχαία μεθοδεύει συστηματικά να καταστήσει «εκλιπούσα». Η αναφορά ότι η λύση θα επέλθει από τους Κυπρίους λειτουργεί αρνητικά γιατί αφήνει την Τουρκία, παρά τις ευθύνες της, στο απυρόβλητο.
Βέβαια κρίση για το αποτέλεσμα χωρεί όταν υπάρξει συμφωνία στον διάλογο Αναστασιάδη και Ακιντζί. Όμως μέχρι τότε οφείλει ο καθένας να παρακολουθεί, να ανησυχεί και να προειδοποιεί για κινδύνους και διολισθήσεις που πρέπει να αποφύγει η δική μας πλευρά. Τελικό λόγο έχει πάντα ο περήφανος και κυρίαρχος λαός, ο οποίος από το 1963-1964 αγωνίστηκε με θυσίες αιματηρές για να διασώσει το νόμιμό μας κράτος. Πρέπει, λοιπόν, ο κάθε απλός πολίτης, σύμφωνα προς την ιστορία μας, να σταθεί αντιμέτωπος στους κινδύνους που επικρέμονται από την πιθανή τουρκοποίηση και να καταστεί σκυταλοδρόμος της εντολής του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος του 2004. Οφείλει να συντελέσει σε λύση πραγματικά δίκαιη.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




