Μέσα δεκαετίας του ’60, Έλβις, Μπιτλς, ροκ, σέικ, μάμπο, τσατσά, χίπις. Απάνω του, κορίτσια, και τον φάγαμε τον κόσμο, τέτοιος που είναι, όμορφος, ηθικός και… αντρικά πλασμένος, για να παραφράσουμε τον ποιητή. Δεν μας κάνει, θα τον αλλάξουμε. Πρώτη ανάγκη ένα σύνθημα: «Δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του αντρός μου, είμαι ο εαυτός μου». Αγώνας με νύχια και με δόντια για ισότητα, ισονομία, ισομισθία, δικαίωμα στην άποψη. Και για ρόλο πέρα από την μπουγάδα, τη λάτρα. «Κάτω το σουτιέν», ήρθε το πιο ακραίο, με διαδηλώσεις γυμνόστηθων τάχα απελευθερωμένων. «Σιγά, ρε κορίτσια, να ευνουχιστούμε κιόλας;», φώναζαν κάτι πιο μαζεμένες.
Και να τα κινήματα, να οι χούντες, σ’ όλα μέσα, να ξελαρυγγιζόμαστε και να τις μαζεύουμε από τους μπάτσους. Μάταλα, Γούντστοκ, τζούρα που τώρα έγινε ψωμοτύρι, μπορείτε να φρίξετε άνετα κορίτσια της εποχής εκείνης. Τι λέγαμε; Τι τον κάναμε τον κόσμο; Τον φτιάξαμε; Άσε καλύτερα, πιπέρι στο στόμα θα μας βάλουνε. Φτιάξιμο είναι να ξεπερνάς τους πρώτους διδάξαντες σε λαμογιές κι απατεωνιές κάθε είδους; Όχι, έτσι για να ξέρουμε δηλαδή.
Κι όπως κάνεις ένα γύρο στα δρώμενα και σε πνίγουν τόσα, αναρωτιέσαι: Της ξέφυγες της αλλοτρίωσης; Τότε ήθελες να είσαι ελεύθερη, να μην ανήκεις. Τώρα κάθε κύτταρό σου φωνάζει: Ανήκω. Ανήκω στο παλιό ραδιόφωνο που κουβάλησε ο πατέρας απ’ το Κάιρο και στο μαύρο τασάκι του από έβενο. Ανήκω στις τρυφερές αράδες του ανθρώπου που αγάπησα και με συντροφεύουν μετά το φευγιό του. Ξέψυχη πια η υποσυνείδητη οργή μου που μ’ άφησαν κι ο ένας κι ο άλλος.
Ανήκω στα βιβλία που διάβασα, στον Σεφέρη που προείδε τι θα γινόταν στην Κύπρο «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη», άλλο αν δεν μίλησε ως διπλωμάτης. Ανήκω στον ηλιοπότη Ελύτη και το θαλασσί τού Αιγαίου, στον Γκάτσο που κάθε στροφή του ξεχειλίζει ζεστασιά, στον Καββαδία που με ταξιδεύει μαγικά σε μακρινούς κόσμους. Ανήκω στις τυρκουάζ παραλίες της Σκιάθου και τον Παπαδιαμάντη της, στα δελφινάκια που μας ξεπροβοδούσαν στο ταξίδι για τη Σκόπελο.
Ανήκω στον Πρωταρά χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, μόνο με καλαμιές κι ακακίες και το σκαντζοχοιράκι που μας καλωσόριζε. Ανήκω στον Μητροπάνο που η ψυχή που βγάζει με νότες αγγίζει τη δική μου. Ανήκω στο σκυλί μου τον Ρόκυ, που το μεγάλωσα με μπιμπερόν, στα πράσινα παπαγαλάκια μου που φιλιόντουσαν με τις κόκκινες μύτες τους μέρα-νύκτα. Ανήκω στους ανθρώπους που μ’ οδήγησαν σ’ αυτά που ήθελα να κάνω και στους φωτισμένους που μ’ έμαθαν να διαβάζω ανάμεσα στις αράδες, ν’ αναλύω τις ιδέες, να μη δέχομαι πατρονάρισμα. Ανήκω στα χαμογελαστά μάτια της αλανιάρας γατούλας που τρίβεται στα πόδια μου και δεν καταδέχεται τυρί πριν το χάδι. Ανήκω στ’ αυτοκινητάκι μου που μ’ οδηγεί στην αυτάρκεια, στο τηλέφωνό μου που φέρνει κοντά μου ανθρώπους, ανήκω σε τόσα και τόσα που αγαπώ. Μα, και σε όσα με φαρμάκωσαν και μου έδωσαν έτσι ακριβά μαθήματα. Όλα αυτά έγιναν εγώ και μόνο γι’ αυτό, ανήκω, ναι, στον εαυτό μου.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




