Η δυστοκία ανάληψης των ευθυνών από μέρους μερίδας των ευρωπαϊκών κρατών οδηγεί σε προβληματικές καταστάσεις

Η κατάσταση που επικρατεί στη Μεσόγειο και στην ηπειρωτική Ευρώπη σε σχέση με τη μεταναστευτική κρίση είναι τραγική. Οι καθημερινές μαζικές μετακινήσεις ανθρώπων διά θαλάσσης και ξηράς ανάγονται πλέον σε τραγικές ιστορίες ελπίδας, ανθρωπισμού, ενίοτε ρατσισμού αλλά και σε θλιβερά συμβάντα μαζικών απωλειών ζωών - μεταξύ τους βρεφών και παιδιών. Το μεταναστευτικό ζήτημα έχει σήμερα μετατραπεί σε μείζονα ανθρωπιστική κρίση, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί ακολουθώντας μια πολυδιάστατη πολιτική σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Παρόλη την αυξητική τάση των τραγικών συνεπειών της μεταναστευτικής κρίσης σε ανθρώπινες ζωές πρωτίστως, στις χώρες εισόδου των προσφύγων (κυρίως Ελλάδα και Ιταλία), και στις χώρες προορισμού, η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δέχεται το μεγαλύτερο μεταναστευτικό κύμα ανά το παγκόσμιο παραμένει αποσπασματική και εν πολλοίς σε ad hoc βάση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύτηκε να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση, εστιάζοντας την προσοχή της σε πληθώρα στόχων, όπως, για παράδειγμα, την προστασία όσων έχουν ανάγκη και την αποτροπή περαιτέρω απώλειας ζωών στη θάλασσα, τον εντοπισμό των εγκληματικών δικτύων των διακινητών και των δουλεμπόρων, την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων της παράτυπης μετανάστευσης και την παροχή δυνατοτήτων της νόμιμης μετανάστευσης.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ξεκίνησε το 2013 τη διαδικασία διαμόρφωσης συγκεκριμένων δράσεων για την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών πιέσεων. Τον Οκτώβριο του 2013 συστάθηκε η Ειδική Ομάδα "Μεσόγειος", της οποίας προΐστατο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ τον Ιούνιο του 2014 η μετανάστευση τέθηκε ως στρατηγική προτεραιότητα για τον νέο θεσμικό κύκλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δράσεις, όμως, εκείνες δεν ήταν επαρκείς και η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών δεν ήταν βιώσιμη ή αποτελεσματική, με αποτελέσμα η κρίση να ενταθεί την περίοδο που διάγουμε τώρα. Σημαντικό ζήτημα που προκύπτει είναι αυτό της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης για τη μετεγκατάσταση των προσφύγων. Η απροθυμία συγκεκριμένων κρατών όπως εφαρμόσουν ταχέως το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου και τις συμφωνίες που επιτεύχθηκαν σε σειρά Συμβουλίων της Ένωσης, δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα που εμποδίζουν την επαρκή αντιμετώπιση της παρούσας μεταναστευτικής κρίσης.

Στο πρόσφατο Συμβούλιο του τομέα Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, δυστυχώς, δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη ολοκληρωμένης και συγκεκριμένης συμφωνίας για το μείζον ζήτημα της μετεγκατάστασης των προσφύγων από τις χώρες εισόδου σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν και το Συμβούλιο ενημερώθηκε από τη Frontex, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, τη Europol και την Υπάτη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες σχετικά με τις τελευταίες ανησυχητικές πληροφορίες για τα μεταναστευτικά ρεύματα και την κατάσταση επί τόπου, οι οριστικές αποφάσεις επί του ζητήματος μετατέθηκαν για την επόμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου τον Οκτώβριο, παρατείνοντας την κατάσταση αβεβαίοτητας, απροθυμίας και προβληματισμού.

Η δυστοκία ανάληψης των ευθυνών από μέρους μερίδας των ευρωπαϊκών κρατών οδηγεί σε προβληματικές καταστάσεις, με χώρες όπως η Γερμανία, για παράδειγμα, να αναστέλλουν την εφαρμογή της Συμφωνίας του Σένγκεν και να επιβάλλουν ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα της Ένωσης αλλά και την εφαρμογή του Κανονισμού του Δουβλίνου για τον προσδιορισμό του κράτους-μέλους το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου από υπήκοο τρίτης χώρας. Απαιτείται η άμεση συνολική αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, μέσω κοινής ευρωπαϊκής δράσης, ενίσχυσης της εσωτερικής αλληλεγγύης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ανάληψης ευθύνης από το σύνολο των κρατών της Ένωσης, ενώ προέχει η παροχή επείγουσας βοήθειας στα κράτη-μέλη της πρώτης γραμμής.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας