Η Ιατρική Σχολή Αθηνών θα δεχθεί φέτος εισακτέους με 18.9 μόρια σε σχέση με 19.2 πέρυσι. Γενικά ανά το πανελλήνιο, οι «βάσεις» έχουν μειωθεί εκτός από κάποιες εξαιρέσεις. Η μείωση ή αύξηση στις βάσεις, ανάλογα με την περίπτωση, είναι μια πρακτική που είναι αποδεκτή στην εκπαίδευση, καθώς ο βαθμός δυσκολίας των εξετάσεων από χρόνο σε χρόνο μπορεί να μην είναι ο ίδιος. Όταν οι εξετάσεις είναι δύσκολες σε σχέση με το προηγούμενο έτος, οι βαθμοί είναι χαμηλότεροι και οι βάσεις μειώνονται. Το αντίστροφο ισχύει όταν οι εξετάσεις είναι σχετικά εύκολες. Ο άλλος λόγος για τον οποίο οι βάσεις αυξομειώνονται είναι για να αξιοποιηθούν όλες οι διαθέσιμες θέσεις στα Ανώτερα και Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Ελλάδας και της Κύπρου. Διότι, αν δεν διατεθούν όλες οι θέσεις, τότε κάποια πανεπιστήμια θα υπολειτουργούν, κάποια τμήματα θα πρέπει να κλείσουν και κάποιοι καθηγητές και προσωπικό μπορεί να μην έχουν δουλειά. Για να μην χάσουν κάποιοι τις δουλειές τους, πρέπει οι μαθητές να καλύψουν τις θέσεις, δυστυχώς αυτή είναι η πικρή αλήθεια.
Σε κάποιες περιπτώσεις οι βάσεις είναι χαμηλότερες και από το 10. Για παράδειγμα, στα Τμήματα Γερμανικής και Ιταλικής γλώσσας στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης, οι βάσεις έχουν υποχωρήσει στο «6» (δηλαδή 6 από το 20). Στα κρατικά πανεπιστήμια της Κύπρου, οι βάσεις είχαν υποχωρήσει μέχρι και 11 με 12, όμως πολλοί Κύπριοι μαθητές με χαμηλότερες βάσεις θα φοιτήσουν στα Πανεπιστήμια της Ελλάδας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, 3.000 περίπου Κύπριοι μαθητές εξασφάλισαν θέση στα Ανώτερα και Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Ελλάδας. Η εισαγωγή φοιτητών στα Πανεπιστήμια με βαθμολογίες κάτω από τη βάση έχει σημαντικές επιπτώσεις για την κοινωνία, τις οποίες αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα, για ευνόητους λόγους.
Το απλό ερώτημα όμως που ο κάθε πολίτης δικαιούται να υποβάλει είναι «πώς είναι δυνατόν, μαθητές που γράφουν κάτω από τη βάση να γίνονται δεκτοί σε Πανεπιστήμια τα οποία χρηματοδοτούνται από τα χρήματα του φορολογούμενου, για να σπουδάσουν κάτι που δεν τους ενδιαφέρει και που δεν τους προσφέρει προοπτική εργοδότησης»; Διότι αν είχαν ενδιαφέρον οι μαθητές, δεν θα έγραφαν 6 από τα 20. Μήπως θα ήταν καλύτερα αυτοί που γράφουν κάτω από τη βάση να καθοδηγούνται, αν το επιθυμούν, σε μεταλυκειακές τεχνικές σχολές, όπου θα κάνουν περισσότερη πρακτική παρά διάβασμα, για να μπορέσουν να ειδικευθούν σε ένα επάγγελμα και να βγάζουν το ψωμί τους; Είναι πολλές οι περιπτώσεις, που ένας μαθητής δεν έχει κλίση προς ακαδημαϊκά προγράμματα των πανεπιστημίων, ή έχει συσσωρεύσει πολλά κενά στα γυμνάσια και στα λύκεια (μια άλλη πονεμένη ιστορία). Μπορεί όμως ο συγκεκριμένος μαθητής, με την κατάλληλη τεχνική εκπαίδευση, να γίνει άριστος ηλεκτρολόγος, μηχανικός ή μάγειρας.
Το εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου διαθέτει «σύστημα μαθητείας» και τεχνική εκπαίδευση σε λυκειακό επίπεδο, αλλά αυτές οι δύο κατευθύνσεις είναι υποβαθμισμένες. Τα τελευταία τρία χρόνια λειτουργούν στην Κύπρο Μεταλυκειακά Ινστιτούτα Εκπαίδευσης, τα οποία μπορούν να δώσουν μια κατεύθυνση και μια προοπτική σε μαθητές που δεν έχουν κλίση σε ακαδημαϊκα προγράμματα. Παρά το έντονο ενδιαφέρον στην Κύπρο για τα Μεταλυκειακά Ινστιτούτα Εκπαίδευσης, το κράτος δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη ζήτηση. Στα ακαδημαϊκά προγράμματα των πανεπιστημίων κατεβάζουν τις «βάσεις» κάτω από το μισό (10 από 20), για να καλυφθούν οι θέσεις και να έχουν κάποιοι δουλειά, για να παράγουν ανέργους. Από την άλλη, περιορίζουμε τις θέσεις στα Μεταλυκειακά Ινστιτούτα Εκπαίδευσης, διότι δεν υπάρχουν χρήματα. Οι μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και χρόνια, κα η ζημιά που έχει προκληθεί στην κοινωνία και στην οικονομία μέχρι σήμερα είναι ανυπολόγιστη. Για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα, χρειάζεται επανασχεδιασμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και πολιτικό θάρρος.
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Οικονομολόγος, βουλευτής ΔΗΣΥ Κερύνειας




