Πριν από 2-3 χρόνια σε μια επίσκεψή μου στα κατεχόμενα, μια καλή φίλη, ας την πούμε Μαρία, μου έδειξε την περιουσία της στην Κερύνεια. Στο καλύτερό της κτήμα κάποιος επιχειρηματίας είχε κτίσει 10 σπίτια.
«Και τώρα, Μαρία, τι κάνουμε;», ρώτησα.
«Άκου να δεις. Έκανα έρευνα και έμαθα ότι τα μισά σπίτια είναι "απούλητα". Ας μου δώσουν τρία και είμαι πολύ ευχαριστημένη».
Η Μαρία είχε βρει μια συνταγή, με το όνομα «αντιπαροχή», απλή σαν το αβγό του Κολόμβου, για να λύσει το περιουσιακό της πρόβλημα. Αν το ίδιο πρόβλημα ετίθετο σε πολιτικούς και από τις δύο πλευρές θα ακούαμε άλλου είδους λύσεις. Στη δική μας πλευρά: «Το δικαίωμα στην περιουσία είναι αναπαλλοτρίωτο», «τα σπίτια κτίστηκαν παράνομα, πρέπει να κατεδαφιστούν», «ο χρήστης είναι σφετεριστής», «ο ιδιοκτήτης έχει τον πρώτο λόγο, αν θέλει την περιουσία του να την πάρει»... Στην άλλη πλευρά: «Ο χρήστης έχει τον πρώτο λόγο», «ο ιδιοκτήτης να αποζημιωθεί», «να πάρει άλλη περιουσία στον Νότο, σε αντάλλαγμα», «θέλουμε πλειοψηφία γης», «η πάροδος του χρόνου έχει εκμηδενίσει το δικαίωμα ιδιοκτησίας»…
Η Μαρία, με τον κοινό νου, έλυσε ένα πρόβλημα για το οποίο οι πολιτικοί θα συζητούσαν, με την ξύλινή τους γλώσσα, για ακόμα διακόσια χρόνια.
Δεν ισχυρίζομαι ότι η συνταγή της Μαρίας από μόνη της θα λύσει το περιουσιακό. Το μήνυμα που στέλλει η Μαρία είναι ότι υπάρχουν λύσεις που ωφελούν και τις δύο πλευρές (win-win solutions) και ότι το περιουσιακό, με καλή θέληση, με κοινή λογική και με αμοιβαίες υποχωρήσεις μπορεί να λυθεί.
Αν η δική μας πλευρά περιχαρακωθεί στη θέση «ο ιδιοκτήτης έχει προτεραιότητα» και η άλλη πλευρά στη θέση «ο χρήστης έχει προτεραιότητα» δεν θα υπάρξει λύση. Στην λύση που έδωσε η Μαρία, ποιος είχε προτεραιότητα, ο ιδιοκτήτης ή ο χρήστης; Το ερώτημα είναι καθαρά φιλοσοφικό και δεν απασχόλησε τη Μαρία, η οποία απλώς απάντησε στο ερώτημά μου: «Και τώρα, Μαρία, τι κάνουμε;»
Και τώρα λοιπόν τι κάνουμε; Ας πάρουμε την κάθε περίπτωση ξεχωριστά και ας απαντήσουμε τα ερωτήματα, ο καθένας για τον εαυτό του:
Τι κάνουμε με την περιουσία του Ανδρέα που χρησιμοποιήθηκε για να κτιστεί ένα σχολείο;
Τι κάνουμε με την περιουσία του Μουσταφά, που χρησιμοποιήθηκε για να επεκταθεί ένα αεροδρόμιο;
Τι κάνουμε με την περιουσία του Βασίλη, που ένα μεγάλο μέρος της χρησιμοποιήθηκε για να κτιστεί ένα νοσοκομείο, αλλά το υπόλοιπο είναι αχρησιμοποίητο;
Τι κάνουμε με την περιουσία του Χασάν που έχει ενοικιασθεί από τον Κηδεμόνα σε μια Αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης και έγινε πάρκο;
Τι κάνουμε με το σπίτι του Γιώργου, στο οποίο εδώ και 40 χρόνια κάθεται ο Μουσταφά, ο οποίος έκτισε δίπλα ακόμα ένα σπίτι για την κόρη του;
Τι κάνουμε με το σπίτι του Αχμέτ, που εκμισθώθηκε από τον Κηδεμόνα στον Δημήτρη, ο οποίος δεν είναι εκτοπισμένος, το ανακαίνισε και το χρησιμοποιεί σαν εξοχικό;
Τι κάνουμε με το σπίτι του Ζήνωνα, το οποίο «κατανεμήθηκε» στον Ιμπραχήμ, που έφυγε στο εξωτερικό και ποτέ δεν το χρησιμοποίησε;
Τι κάνουμε με το παραλιακό κτήμα του Χαλήλ, που εκμισθώθηκε στον Ηλία, ο οποίος εδώ και χρόνια κάνει μια επικερδή επιχείρηση με τους λουομένους;
Τι κάνουμε με το χωράφι του Θεόδωρου, που «κατανεμήθηκε» στον Χικμέτ, ο οποίος όμως ποτέ δεν το έσπειρε ούτε γνωρίζει πού βρίσκεται;
Τι κάνουμε με το σπίτι του Ιζέτ, στο οποίο κατοικεί ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ε/κυπρίων εκτοπισμένων;
Τι κάνουμε με το σπίτι του Ιάκωβου, το οποίο «κατανεμήθηκε» σε ένα Τούρκο αξιωματικό του τουρκικού στρατού;
Τα ερωτήματα είναι ασφαλώς ατέλειωτα. Όμως πρέπει να τεθούν. Και πρέπει, με τη βοήθεια τεχνοκρατών, να δοθούν απαντήσεις.
Το περιουσιακό είναι ένα πολύ δύσκολο και περίπλοκο ζήτημα. Είναι αυτό, ίσως, που θα καθορίσει το αποτέλεσμα των συνομιλιών. Είναι ένα ζήτημα που δεν θα λυθεί με ρητορικές εξάρσεις και θεωρητικές τοποθετήσεις. Μπορεί να λυθεί μόνο με συνταγές που θα είναι προς αμοιβαίο όφελος και θα στηρίζονται στην κοινή λογική, τη λογική της Μαρίας, της κάθε Μαρίας. Στο κάτω-κάτω είναι η Μαρία, ο Ανδρέας, ο Χασάν και η Αϊσιέ που θα κληθούν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν το οποιοδήποτε σχέδιο λύσης.
ΑΝΔΡΕΑΣ Δ. ΣΥΜΕΟΥ
Επισκέπτης Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου, [email protected]




