Αυτήν την Κυριακή διεξάγεται η 5η εκλογική αναμέτρηση στην Ελλάδα μέσα σε ένα χρόνο. Και σ’ αυτές τις εκλογές, πρωταγωνιστεί το τρίτο κατά σειρά μνημόνιο, αριστερό αυτήν τη φορά, υπογεγραμμένο από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Εδώ και πέντε χρόνια η πολιτική ζωή της χώρας και η τύχη των κομμάτων καθορίζονται και ρυθμίζονται από το μνημόνιο. Αυτό είναι που διαφεντεύει τη χώρα. Έχει απλώσει τα δίχτυά του πάνω από την ελληνική επικράτεια και όλοι, πολίτες και πολιτικοί, κινούμαστε, σε όλα τα επίπεδα, μέσα στο πλαίσιο που αυτό ορίζει. Μέχρι πότε όμως θα γίνεται αυτό; Δεν πρέπει κάποια στιγμή να τελειώνουμε, όπως έχουν τελειώσει άλλες χώρες που μπήκαν σε μνημόνιο;

Αρκετά δεν πληρώσαμε τους παλληκαρισμούς, τους λαϊκισμούς και τις κουτοπονηριές; Μήπως ήρθε η ώρα να σοβαρευτούμε και να προσγειωθούμε στη σκληρή πραγματικότητα; Μήπως πρέπει να πάψουμε να πετάμε πάνω από τα σύννεφα και να ζούμε με ψευδαισθήσεις; Γιατί, ζώντας με ψευδαισθήσεις, αυτά τα πέντε χρόνια το μόνο που καταφέραμε είναι να αυξάνουμε τον λογαριασμό. Αλήθεια, γιατί άλλες κοινωνίες τα κατάφεραν, ενώ εμείς δεν μπορούμε να απεμπλακούμε και εξαρτιόμαστε από το μνημόνιο; Για τον απλούστατο λόγο ότι έκαναν το αυτονόητο, αυτό που επιβάλλεται για την αντιμετώπιση μιας εθνικής κρίσης. Και αυτό δεν είναι άλλο από την εθνική συνεννόηση. Πρώτα-πρώτα υπήρξε συναίνεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις. Η αντιπολίτευση ασκούσε και ασκεί την κριτική της ελέγχοντας την κυβέρνηση.

Ταυτόχρονα, όμως, διατύπωνε τις προτάσεις της και επιτελούσε τον συνταγματικό της ρόλο με εποικοδομητικό τρόπο, χωρίς λαϊκισμούς και ύβρεις, χωρίς να επενδύει στην αγανάκτηση, την οργή και την απογοήτευση των πολιτών, με στόχο την αλίευση ψήφων. Ύστερα, υπήρξε και υπάρχει κοινωνική ηρεμία. Τα κόμματα όχι μόνο δεν δηλητηρίαζαν την κοινωνία με κατηγορίες, ύβρεις και χαρακτηρισμούς, με στόχο την απαξίωση των αντιπάλων και την αύξηση της εκλογικής τους πελατείας, επενδύοντας στο θυμικό των πολιτών, αλλά ταυτόχρονα επισήμαιναν και αναδείκνυαν τα προβλήματα, τονίζοντας την αναγκαιότητα των μέτρων και των μεταρρυθμίσεων.

Έτσι η κοινωνία έμαθε την αλήθεια και στωικά υπομένει και ανέχεται τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, γιατί συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει άλλος εναλλακτικός δρόμος. Τέλος, οι άλλοι τα κατάφεραν γιατί τα μέτρα τα οποία ψήφισαν τα εφάρμοσαν, με αποτέλεσμα να προχωρούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και έτσι να αντιμετωπίζονται, σε μεγάλο βαθμό, οι γενεσιουργές αιτίες της κρίσης. Μια συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με τη μέχρι τώρα δική μας κουτοπόνηρη πρακτική, η οποία ψήφιζε τα μέτρα, για την είσπραξη της εκάστοτε δόσης, αλλά η εφαρμογή τους παραπεμπόταν στις καλένδες.

Ο καθένας λοιπόν αντιλαμβάνεται πως αν είχε εφαρμοστεί και στη χώρα μας το τρίπτυχο: αποκάλυψη της αλήθειας, συναίνεση (πολιτική και κοινωνική), και εφαρμογή των μέτρων και των μεταρρυθμίσεων η κατάσταση θα ήταν πολύ διαφορετική. Εάν είχε επικρατήσει κι εδώ μια στοιχειώδης εθνική συνεννόηση και συνεργασία, η περιπέτειά μας θα είχε τελειώσει. Ωστόσο έχουμε μια τελευταία ευκαιρία. Γι’ αυτό και στις ερχόμενες εκλογές δεν πρέπει να αποφασίσουμε με βάση το θυμικό, όπως τον Γενάρη. Γιατί, εδώ και πέντε χρόνια, όλοι θα έχουμε καταλάβει το μνημόνιο τι σημαίνει.

Έφτασε η ώρα να τελειώνουμε με τους «Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες» του μνημονίου, να ξεφύγουμε, από τον «θυμωμένο Ποσειδώνα», να κλείσουμε τα αφτιά στις σειρήνες του εθνολαϊκισμού και να φτάσουμε στην Ιθάκη, δηλαδή στην απαλλαγή από το μνημόνιο. Αυτό βέβαια θα το πετύχουμε αν, μετά την εκλογική αναμέτρηση, ακολουθήσουμε κι εμείς το αυτονόητο, τον δρόμο της εθνικής συνεννόησης και της συνεργασίας, χωρίς πειραματισμούς, ερασιτεχνισμούς, λαϊκισμούς και ψευδαισθήσεις.

Απαιτείται, λοιπόν, εθνική συνεννόηση και συνεργασία γιατί διαφορετικά, όπως λέει και ο Καβάφης στο ποίημά του «Τρώες»: «Είν' οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων. Είναι οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων». «Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη, θ' αλλάξουμε της τύχης την καταφορά». «Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει». «Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία».

ΠΕΤΡΟΣ ΠΙΤΣΙΑΚΑΣ