Έλλη, καλημέρα,
Με ζεστασιά κι αγάπη σε καλημερίζει εκείνο το παιδί που σου το φορτώσανε κολαούζο, μπρος εσύ, πίσω εκείνο, να τρέμει στο τιμόνι του ποδηλάτου στην… ατελείωτη -όπως του φαινόταν- διαδρομή Καϊμακλί-Πύλη Πάφου, ώς το Ανώτερο Εμπορικό Λύκειο Λευκωσίας (χρόνια να δίνει ο Ύψιστος στο κυπαρίσσι Κυριάκο Νεοκλέους, εκπαιδευτικό πολύ μπροστά από την εποχή του). Ήσουν, βλέπεις, η «μεγάλη», η φίλη και γειτόνισσα που το στράτευε στην κυριολεξία σε άλλους κόσμους.

Ώς ένα σημείο, φτωχογειτονιές, με σπιτάκια πλινθόκτιστα, ταπεινά, όλα στην ίδια τετράγωνη κοψιά. Λίγο πιο πέρα, αρχοντικά, πετρόχτιστα, με κήπους, γατιά και σκυλιά στις αυλές. Εκείνα τα σκυλιά η μικρή τα λάτρευε κι ήθελε να ξεκαβαλικέψει να πάει να τα χαϊδέψει. Εσύ τα ’τρεμες κι αυτά, λες και διαβάζανε τον φόβο σου στα μάτια σου, σε κυνηγούσαν ανελέητα. Κι όλο να ρίχνεις μια ματιά πίσω, όλο να φωνάζεις «προχώρα, μη φοβάσαι, το μπερέ σου, θα σου φύγει το μπερέ σου. Πρόσεχε τ’ άλλα ποδήλατα».

Γιατί τότε τ’ αυτοκίνητα ήταν λιγοστά. Πιο πολύ κυκλοφορούσαν κάτι παμπάλαια λεωφορεία, φορτωμένα μαθητές -λιγότερες μαθήτριες-, έτσι αποφάσιζαν οι γονιοί, γράμματα το… παιδί, σπίτι το κορίτσι (με το συμπάθιο! ). Με κάτι πάνινες σάκες ή τα βιβλία δεμένα με λουρί πίσω, στη σχάρα του ποδηλάτου, με παπούτσια τρύπια, ρούχα τριμμένα. Τα ’σωζε τα φτωχόπαιδα από συγκρίσεις με τα πιο προνομιούχα η στολή, που την πέταγες από πάνω σου σαν έφτανες στο σπίτι, μη λιώσει το φτηνό τσίτι πριν βγάλει τη χρονιά.

Πρωτάκι, ενάμισι μέτρο άνθρωπος -δεν ψήλωσε και πολύ από τότε- και να ’χει χαμένο τον κόσμο του και να το βλέπουν αφ’ υψηλού οι μεγάλες, μια να το γελάνε, μια να το λυπούνται, έτσι που χαζόδειχνε. Μα τις κέρδισε γρήγορα, η μάχη των εντυπώσεων έληξε υπέρ της, πήρε λίγο τα πάνω της. Άλλο αν πάντα στην αυλή σ’ έψαχνε, Έλλη, σίγουρη καταφυγή αν έβρισκε δυσκολία. Πόση σιγουριά σαν σ’ έβλεπε απέναντι στο διάλειμμα καθώς μασουλούσε το ψωμοτύρι, πολυτέλεια της εποχής - αν την είχε.

Άλλοι καιροί, παιδιά μαζεμένα, άπραγα, με τη μυρωδιά απ’ της μάνας τους το γάλα ακόμα στο στόμα. Μην κοιτάς σήμερα, όλα αλλιώτικα. Άνεση, όμορφα ακριβά ρούχα και παπούτσια, που και να υπήρχαν τότε θα ’θελε ένα μηνιάτικο ο γονιός να σ' τα πάρει. Και μεταφορά, προς κι από, με το μέσο των γονιών. Άλλη ζωή. Ποδήλατα που γέμιζαν τότε τους δρόμους κουδουνίσματα, πού να βρεθούν τώρα; Και τι πόνος που το ποδήλατο έγινε άφαντο ένα απόγευμα!

Εκείνο το παιδί θέλει να σου πει ευχαριστώ για ’κείνο το συντρόφεμα. Να σου πει πόσο λυπάται που, όπως ήρθαν οι καιροί και σήμερα παιδιά ζουν φτώχια και στέρηση, σ’ έναν κόσμο που έγινε λίγο-λίγο ηλεκτρονικός, παγωμένος, άψυχος κι ας χαρίζει τόσες δυνατότητες. Σε καλημερίζει, λοιπόν, και σου λέει πως εκείνο το μπερέ το νιώθει πάντα πάνω από το φρύδι (έτσι το ήθελε η κυρία Παλάσκα, που έλεγχε κάθε πρωί καθαρά χέρια, κομμένα νύχια, κάτασπρο μαντηλάκι). Α! και τη σκιά σου τη νιώθει να την ακολουθεί όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια -ποιος τολμάει να τα μετρήσει- τέτοιες μέρες που στο κοιμισμένο υποσυνείδητο ξυπνά η νοσταλγία της απλότητας, της αμεσότητας ενός κόσμου πιο ανθρώπινου.
Έλλη, καλημέρα!