Το αίσθημα αδικίας από μέρους των τραπεζών παραμένει για πάρα πολύ κόσμο. Είναι γνωστή η περίπτωση των κατόχων αξιογράφων, όπου κατά καιρούς παρουσιάζονται κάποιες ελπιδοφόρες ενδείξεις κάποιας διευθέτησής της…
Εκτός από το δημοσιονομικό πρόβλημα, η μεγαλύτερη αιτία της παρούσας οικονομικής κρίσης ήταν η συμπεριφορά των εμπορικών τραπεζών υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και τα τελευταία χρόνια και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Δεν ξέρω πόσο βαθιά θα πάει η διεξαγόμενη έρευνα αναφορικά με τις ευθύνες των εκάστοτε Συμβουλίων και Διοικήσεων των ιδρυμάτων αυτών και ποιες ποινές θα επιβληθούν στους υπευθύνους της μεγάλης αυτής οικονομικής τραγωδίας. Αν και είναι απαραίτητο να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι για μελλοντικό παραδειγματισμό, περισσότερη σημασία έχει να αναγνωρίσουν οι ίδιες οι τράπεζες τις ευθύνες τους και να εργαστούν υπό την εποπτεία της ΚΤΚ και σε συνεργασία με άλλους δημόσιους οργανισμούς/υπηρεσίες, που εδημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό, για απάμβλυνση των αδικιών που προκάλεσαν σε τόσους συνεργάτες τους (καταθέτες, κατόχους αξιογράφων, μετόχους, πελάτες). Για να λειτουργήσει σωστά το σύστημα ελεύθερης αγοράς, οι τράπεζες θα πρέπει, παράλληλα με την ικανοποίηση των υποχρεώσεών τους έναντι της ΕΚΤ και τους νέους μετόχους, να προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν την υπευθυνότητά τους ως δημόσιοι οργανισμοί.
Το αίσθημα αδικίας από μέρους των τραπεζών παραμένει για πάρα πολύ κόσμο. Είναι γνωστή η περίπτωση των κατόχων αξιογράφων, όπου κατά καιρούς παρουσιάζονται κάποιες ελπιδοφόρες ενδείξεις κάποιας διευθέτησής της. Το ίδιο γνωστή είναι κι η περίπτωση των καταθετών, οι καταθέσεις των οποίων υπέστησαν «κούρεμα». Τι γίνεται, όμως, με τους κατόχους μετοχών των τραπεζών αυτών, τους οποίους περίπου μεταχειριζόμαστε σαν συνυπεύθυνους της δημιουργηθείσας κατάστασης ή «τα 'θελαν και τα 'παθαν». Οι άνθρωποι αυτοί, αντί να καταθέσουν τις οικονομίες τους στις τράπεζες ή να αγοράσουν αξιόγραφα, επέλεξαν να αγοράζουν μετοχές όπου δεν υπήρχε περιορισμός ως προς το ποσόν που θα τοποθετούσαν. Όποτε εύρισκαν ευκαιρία, αγόραζαν έναν αριθμό μετοχών για το μέλλον τους, όπως άλλοι που είχαν μεγαλύτερη ευχέρεια αγόραζαν γη και κτίσματα. Η απόκτηση μετοχών πολλές φορές τούς έδιδε την ευχέρεια να δανείζονται από τις ίδιες τις τράπεζες σε τρεχούμενους λογαριασμούς/κάρτες με πολύ υψηλά επιτόκια μάλιστα.
Με την τραπεζική κρίση οι μετοχές της Λαϊκής χάθηκαν, ενώ οι μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και της Ελληνικής Τράπεζας ανταλλάγηκαν με νέες μετοχές στο 1/100 περίπου της ποσότητάς τους. Ταυτόχρονα οι τρεχούμενοι λογαριασμοί και των μετόχων έμειναν άθικτοι και τα επιτόκια διατηρήθηκαν στα πιο ψηλά (μέχρι 12%). Κλασική είναι η περίπτωση των λογαριασμών στη Λαϊκή, που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, που ζήτησε τη μετατροπή τους σε δάνεια τακτής προθεσμίας με πρόσθετες εγγυήσεις, διατηρώντας τα επιτόκια στα ίδια υψηλά επίπεδα.
Ασφαλώς η Πολιτεία έπρεπε να δημιουργήσει κάποιους θεσμούς αντιμετώπισης των προβλημάτων, όπως ήταν η θέσπιση του πλαισίου της αναδιάρθρωσης δανείων μέσω τραπεζικών διαμεσολαβητών (Χρηματοοικονομικός Επίτροπος) και του Πλαισίου Αφερεγγυότητας (μηχανισμός για απαλλαγή από χαμηλό χρέος για χρεώστες με χαμηλό εισόδημα και περιουσιακά στοιχεία, παροχή κινήτρων για αποπληρωμή χρεών, προστασία της πρώτης κατοικίας, παροχή δεύτερης ευκαιρίας σε πτωχεύσαντες για επαναδραστηριοποίηση, κινήτρων για εταιρείες για αποπληρωμή χρεών κ.λπ).
Όμως, για ν' αποκατασταθεί το κύρος και το γόητρο των τραπεζών, πέραν της συνεργασίας που πρέπει να επιδείξουν στους πιο πάνω θεσμούς, οι ίδιες οι τράπεζες θα πρέπει να εγκύψουν στα προβλήματα των συνεργατών τους. Σ’ αυτό η ίδια η ΚΤΚ με τη συμπαράσταση της ΕΚΤ θα πρέπει να πρωτοστατήσει αν θέλει να αποκαταστήσει το όνομα του συστήματος. Κι υπάρχουν πολλά που μπορούν να γίνουν για να γεμίσουν το κενό που εδημιούργησε το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το κυριότερο από τα παρόντα προβλήματα.
Δυστυχώς, η Τρόικα και στο πρόβλημα αυτό επέβαλε μια μονόπλευρη πολιτική, εκείνην της εκποίησης περιουσιών ή/και των ίδιων των δανείων. Μπορεί η μέθοδος αυτή να βοηθήσει τις τράπεζες στο να εισπράξουν τα δάνεια, όμως το καλό όνομά τους δεν θα αποκατασταθεί αλλά θα χειροτερεύσει. Αφήνω τις άλλες κακές παρενέργειες που μπορεί να έχει στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την υποθήκευση του μέλλοντος στα ξένα κεφάλαια και τους κερδοσκόπους. Για ν' αποκατασταθεί το κύρος κι η εμπιστοσύνη του τραπεζικού συστήματος, οι ίδιες οι τράπεζες έπρεπε να είναι πιο αποτελεσματικές τόσο αναφορικά με το έργο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου στην αναδιάρθρωση δανείων όσο και με τα θέματα της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας. Η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων, η μείωση των επιτοκίων (στην Κύπρο έχουμε ακόμη τα πιο υψηλά δανειστικά επιτόκια της Ευρώπης), η ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί παράλληλα με την προσπάθεια είσπραξης του λαβείν τους.
Με τέτοιες χειρονομίες οι τράπεζες θα ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη του ευρύτερου κοινού για να καταθέσει τις οικονομίες του αντί να τις βάζει κάτω από το μαξιλάρι ή να τις φυγαδεύει στο εξωτερικό. Κι είναι από τη μεγάλη τάση για αποταμίευση, που διακρίνει τα πλατύτερα στρώματα του λαού μας, που αντλούν βασικά τα «ρευστά διαθέσιμά» τους, όπως αποδεικνύεται κι από την ύπαρξη μεγάλων μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Αλλά κι οι νέοι μεγαλομέτοχοι των τραπεζών θα πρέπει να μην απορρίψουν τις πιο πάνω εισηγήσεις, γιατί έτσι θα επανέλθει πιο γρήγορα η ποθητή αύξηση της τιμής των μετοχών τους μιας και το ευρύτερο κοινό θα ξαναξεκινήσει να καταθέτει τις αποταμιεύσεις του στην αγορά μετοχών. Και δεν ήταν οι διεθνείς επενδυτές που ανέβασαν τις τιμές των κυπριακών τραπεζών στα ύψη στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ήταν οι Κύπριοι μικροεπενδυτές.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




