…Μη μου ξεφύγει και σε στείλω εκεί που θα σου άξιζε! Τι κάνεις τέλος πάντων; Με τον εαυτό σου κονταροχτυπιέσαι; Κάθε χρόνο πώς να γίνεσαι χειρότερο; Κι εμείς, στο ίδιο έργο θεατές σ’ ένα παιγνίδι φαντασίας, σε υποδεχόμαστε με τη λαχτάρα παιδιού που του τάξανε. Να μας έρχεσαι με τα καφάσια τα φρούτα, τις μυρωδιές, τα χρώματα, να τρελαίνεται το μάτι, να ευφραίνεται η ψυχή, τα σαραντάρια, τις υγρασίες, μας τα φυλάς για λίγο αργότερα.
Έρχονται μαζί με τα μνημόσυνα, είναι στο πρόγραμμα πενήντα χρόνια τώρα, τα ξέρεις, Τηλλυρία, πραξικόπημα, εισβολή, Μαρί… Καλοκαιράκι μου, το έξω του το θέλει κι ο πιο φτωχός, για λίγη χαρά, για μιαν ανάσα. Κάποιοι την απόλαυσαν τη θάλασσα και φέτος, γαλανή, αστραφτερή, κυματίζουσα πρόκληση στην τηλεόραση, να ’ναι καλά τα ντοκιμαντέρ, άνοιξε η καρδιά τους. Αλλιώς, ούτε με κιάλια! Κάποιοι ακούνε για κρουαζιέρες σε καμπίνες με θέα τη θάλασσα, για διαμονές σε πεντάστερα ξενοδοχεία κι εμείς εδώ ξεμείναμε να μετράμε τ’ άστρα.
Α! Κι από θαύματα πήξαμε! Μίζες, λαδώματα, ίντριγκες, καρφώματα, κοροϊδία στην κοροϊδία, ψέμα στο ψέμα, εκατομμύρια να κάνουν απλωτές στη γαλάζια θάλασσα προς «την αλλοδαπήν». Κι άντε τώρα εσύ να τσιτώσεις το σκοινί να φτάσει, νοίκι, ρεύμα, νερό, τηλέφωνο, καύσιμα, μη σου πω για τ’ άφθονα φρούτα σου σε τι τιμές έχουν σκαρφαλώσει. Ανατριχίλα σε πιάνει στη σκέψη ότι όπου να ’ναι έρχονται φόροι ιδιοκτησίας, σκυβάλων, αποχετευτικού, τι σου λέω τώρα, νογάς εσύ από τέτοια;
Κι όλα αυτά πες, ο πτωχός ιθαγενής τα συνήθισε και κάνει πως τ’ αντέχει. Τα φετινά όμως, πώς αντέχονται; Θα σου ’λεγα λοιπόν «άντε στο καλό σου» αν μας είχες φέρει και φέτος μια απ’ τα ίδια, τα συνηθισμένα: πυρκαγιές, θανατηφόρα, πνιγμούς, εγκλήματα. Μα φέτος το ποτήρι ξεχείλισε. Ρίξε μια ματιά γύρω σου. Σου λέω μόνο τούτο: Πάρε φεύγοντας τη φωτογραφία του Αϊλάν, σαν πάνινη κούκλα ξεβρασμένη στην άμμο, στα τρία του. Τη χαρά του που έμπαινε σε βάρκα πρώτη φορά, που έβλεπε τόσο νερό πρώτη φορά, θα τη φαντάζεσαι, ή νομίζω; Στη φωτογραφία χαμογελαστός κι ας ζούσε τον τρόμο πριν δει το φως της ζωής, μαζί με τον αδελφό του τον Γκαλίπ, στα πέντε, πάει κι αυτός. Θα θαφτούν μαζί με τη μάνα τους. Ταξίδι στ’ άγνωστο πρώτα για ζωή θέλησαν, τ’ άλλα άσ' τα.
Αν δεν σου κάνει κόπο, πάρε και καμιά φωτογραφία με τους χιλιάδες στοιβαγμένους στις προκυμαίες των ελληνικών νησιών, μες στην κάψα, χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, χωρίς κάπου να γείρουν. Α, και καμιά φωτογραφία απ’ τους πεταμένους έξω από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς της πλούσιας Ευρώπης, που τάχα νοιάζεται για τον άνθρωπο, τις καλύτερες συνθήκες ζωής για όλους! Ε, βέβαια, αυτοί δεν είναι ταξιδιώτες, πρόσφυγες είναι, σκοτώστε τους. Το σάλτο το κάνανε τώρα που τους ξεγέλασες, καλοκαιράκι, λάδι η θάλασσα, πρόθυμοι οι διακινητές να τα ματσώσουν, να τα καρυδότσουφλα τούμπα. Όσοι ζήσουν ζήσανε.
Γι’ αυτό σου λέω, μάζευέ τα, αρκετά μας βάρυνες τον ιδρωμένο μας σβέρκο μ’ όλα αυτά που μας κουβάλησες. Κάτι θα σου ’λεγα για το πού να πας, αλλά άσε, δεν κάνει. Κι άμα θα είναι που θα ξανάρθεις… τέλος πάντων μη σου βάζω ιδέες. Σ’ έχω ικανό να ξεπεράσεις και τον φετινό εαυτό σου. Ο μη γένοιτο.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ




