Όταν από κάποιο ντοκιμαντέρ αντικρίζεις σήμερα τη Σμύρνη, που απλώθηκε μέσα από την κόλαση της φωτιάς και του αίματος του Αυγούστου του 1922, δύσκολα μπορείς να φανταστείς πως κάποτε ήταν μια ακμάζουσα κοιτίδα πολιτισμού τριών χιλιάδων χρόνων. Κέντρο εμπορίου, οικονομικής ευημερίας, πνευματικής ανάπτυξης. Μια πόλη που γλεντούσε, τραγουδούσε και χόρευε ασταμάτητα, με εξελιγμένη δημόσια ζωή, με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο των 150 χιλιάδων Ελλήνων, που ευημερούσε σ’ έναν πληθυσμό με 80 χιλιάδες Τούρκους και μερικές χιλιάδες Αρμενίους, Εβραίους, Ευρωπαίους.
Αποτελούσαν το πιο δυναμικό πνευματικό, πολιτισμικό, οικονομικό κοινό οι Σμυρναίοι Έλληνες, με τις 44 εκκλησίες, τις δεκάδες σχολεία, την Ευαγγελική Σχολή που ήταν το πανεπιστήμιο της εποχής, τις δεκάδες νοσοκομεία και θέατρα όπερας, λυρικού θεάτρου, πρόζας, τις ξακουστές εφημερίδες «Αμάλθεια», «Αλήθεια», «Αρμονία» «Τηλέγραφος», «Πατρίς», «Θάρρος», επιστημονικά περιοδικά, λέσχες ψυχαγωγίας και πνευματικών αναζητήσεων.
Η Σμύρνη, «το μικρό Παρίσι» όπως το έλεγαν, ήταν κάποτε ένα ωραίο όνειρο! Όνειρο που έσβησε στις στερνές μέρες του Αυγούστου του 1922, όταν η πόλη, πυρπολημένη από το μίσος και το βαρβαρικό πάθος του τουρκικού στρατού του αιμοσταγούς Νουρεντίν, των Γερμανών συμβούλων Λίμαν φον Σάντερς, του στρατηγού Σνέλεντορφ και του τελετάρχη του τρόμου Ταλαάτ πασά, που διέταξε: «σκοτώστε χωρίς οίκτο», δίνοντας αργότερα στον Χίτλερ το σύνθημα σφαγής της ανθρωπότητας.
Τη Σμύρνη, την πατρίδα του Ομήρου, την εστία της Ιωνικής φιλοσοφίας, της ποίησης και της δόξας χιλιετιών, μετέτρεψαν σε κόλαση η αχαλίνωτη κτηνωδία και η ασυγκράτητη αγριότητα. Κόλαση αίματος, ατιμίας, ανομολόγητων εγκλημάτων, που ώθησαν τον Αμερικανό πρόξενο Τζωρτζ Χόρτον να γράψει στο βιβλίο του «Η κατάρα της Ασίας», πως «ντρεπόταν γιατί ανήκε στο ανθρώπινο γένος»…
Τον εφιάλτη της Σμύρνης διεκτραγώδησαν πολιτικοί όπως ο Γλάδστων, ο Τζωρτζ, ο Κλεμανσώ, αυτόπτες μάρτυρες δημοσιογράφοι όπως ο Μανσιέ, ο Σαρτιώ, ο Ντατριά και ευρύτερα ο Έρνεστ Χέμινγουαίη με τις ανταποκρίσεις του. Και, βέβαια, Έλληνες Σμυρνιοί, πνευματικοί άνθρωποι, δημοσιογράφοι, όπως ο Φωτιάδης, ο Πετσάλης, ο Βενέζης, ο Αγγελομάτης, ο Πολίτης, ο Λοβέρδος, η Διδώ Σωτηρίου, ο Σολομωνίδης, ο Ροδάς…
Οι μαρτυρίες της φρίκης, ανατριχιαστικές:
Πετσάλη-Διομήδη, (Νέα Εστία, «Μνήμη Μικράς Ασίας», τευχ. 1091)
«Κάθε μέρα συνέρρεαν στη Σμύρνη 30 χιλιάδες πανικόβλητοι Έλληνες που ζητούσαν ένα καταφύγιο, ένα κομμάτι ψωμί, ζητιάνοι του ανθρώπινου ελέους. Κατά χιλιάδες κατευθύνονταν στην προκυμαία του Και, που πλημμύρησε από τη μια άκρη ώς την άλλη. Και πάνω απ’ όλα ο μαζικός φόβος, ο θάνατος, η απειλή. Μεσ’ την παραζάλη, μανάδες χάνουν τα παιδιά, οι άντρες τις γυναίκες. Τα καράβια των ξένων σαλπάρουν χωρίς να σώσουν από του χάρου τα δόντια τους δύστυχους χριστιανούς που πηδάνε στο νερό παρακαλώντας, καλώντας 'βοήθεια, βοήθεια'. Κι αν πρόκανε κανένας και κρεμάστηκε στην κουπαστή ή από καμιά σκάλα καραβιού, του λύνουνε τα χέρια με το ζόρι, με τον κόπανο, ίσως με το μαχαίρι. Θηριωδίες θα πεις ανήκουστες…
»Αντίκρυ η Σμύρνη καίγεται, τριζοβολάει μέσα στις φλόγες, πνίγεται στους καπνούς τους μαύρους. Το Και, η παραλία, πνιγμένη από κόσμο, που δέρνεται μ’ αλλοφροσύνη, ποιος να σωθεί. Οι φλόγες μανιάζουν δέκα, είκοσι το πολύ μέτρα πίσω τους. Μπροστά τους η θάλασσα με τα ξέχειλα καράβια με τα τουμπανισμένα πτώματα που επιπλέουν, με τα βρώμικα νερά, να σωθούνε, να σωθούνε, να σωθούνε»…
George Horton «The blight of Asia, N.Y. 1926»:
«Οι Έλληνες στρατιώτες που έφθαναν στην πόλη προχωρούσαν αμίλητοι σαν φαντάσματα, με το βλέμμα κρατημένο ίσα μπροστά τους, χωρίς να κοιτάζουν ούτε δεξιά ούτε αριστερά, σαν άνθρωποι που περπατούν στον ύπνο τους»!...
Στους «TIMΕS N.Y.» δημοσιεύτηκε ότι «δεν έμεινε σπίτι άθικτο. Παραβιάζονταν οι πόρτες, ατιμάζονταν οι γυναίκες, οι άντρες σφάζονταν, τα σπίτια λεηλατούνταν. Οι δρόμοι ήταν στρωμένοι από πτώματα φριχτά παραμορφωμένα. Η σφαγή προσλαμβάνει τεράστιες διαστάσεις».
Μητροπολίτης Εφέσου: «Αυτόπτες μάρτυρες πληροφορούν ότι στην προκυμαία τα πλήθη ήσαν τόσο συνωστισμένα που έβλεπες τους νεκρούς όρθιους! Κι οι Τσέτες, άτακτα τμήματα που ακολουθούσαν τον τούρκικο στρατό και στρατιώτες, βίαζαν τις γυναίκες κι ύστερα τις έλουζαν με βενζίνη και τους έβαζαν φωτιά…».
Τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο τον συνέλαβαν, τον οδήγησαν στον Νουρεντίν κι ύστερα τον περιέφεραν στους δρόμους εξευτελίζοντάς τον. Του έκοψαν τ’ αφτιά, το έβγαλαν τα μάτια, του ξερίζωσαν τα γένια, τον λύντσαραν…
Αγγελομάτης: «Στις ελληνικές συνοικίες εσωρεύοντο τα πτώματα και η οργανωμένη λεηλασία επεξετείνετο… 20 χιλιάδες κατέφυγαν στο νεκροταφείο κοντά στον 'Πανιώνιο'. Οι Τούρκοι εισέδυσαν στον 'Πανιώνιο', ελήστευαν, έσφαζαν και ακολούθως έσπευσαν να εισβάλουν και στο νεκροταφείο»…
Στο ημερολόγιο των γεγονότων σημειώνονται: Στις 10 το πρωί οι τούρκικες σημαίες υψώθηκαν στην τούρκικη συνοικία. Το βράδυ της 27ης Αυγούστου άρχισαν οι λεηλασίες. Ενώ προχωρούσε η νύχτα ακούονταν γοερές κραυγές. Οι Τσέτες όρμησαν σαν αφηνιασμένοι σε εκκλησίες των προαστίων Αγίας Τριάδας και Πετρωτών κι άρχισαν τις σφαγές και τις απαγωγές. Από το βράδυ της Κυριακής φούντωσε το όργιο των σφαγών.
Η πυρπόληση της Σμύρνης πραγματοποιήθηκε μέρα Τετάρτη 31 Αυγούστου 1922, με σχέδιο του στρατιωτικού διοικητή Νουρεντίν. Οι φωτιές του εμπρησμού αναπηδούσαν από τη μια στην άλλη συνοικία, ώστε ν’ αποτελέσουν μια πύρινη αλυσίδα από την οποία δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν παρά ελάχιστοι. Οι φλόγες αγκάλιασαν τις συνοικίες Αγίου Δημητρίου, Αγίου Κωνσταντίνου, Αγίου Νικολάου, που έγιναν παρανάλωμα του πυρός.
Ο Χρ. Σολομωνίδης πληροφορεί: «Κάηκαν 43 χιλιάδες ελληνικά σπίτια. 10 χιλιάδες Αρμενικά. 2 χιλιάδες ξένων υπηκόων. Αποτεφρώθηκαν 5 χιλιάδες καταστήματα. Στην έκταση που αποτεφρώθηκε κατοικούσαν 180 χιλιάδες άνθρωποι».
Η Σμύρνη χάθηκε στις μενεξεδένιες ανταύγειες της φωτιάς που την αποτέφρωσε. Αποχαιρετισμός των θρύλων ο εμπρησμός του Κορδελιού. Το ηλιοβασίλεμα της δόξας και της ακμής χιλιετιών, ήταν οι θλιβερές εικόνες του τελευταίου εσπερινού που ζωγράφιζε στον ορίζοντα το μοιραίο λυκόφως ενός κόσμου που έσβηνε στο βαθύ έρεβος της νύχτας που ενέσκηψε στην ιστορία του ονείρου. Τώρα πια στη Σμύρνη δεν απομένει παρά η αγέραστη μνήμη. Η πόλη κι αν χάθηκε η μνήμη ζει. Είναι από τη μνήμη της αιώνια. Διατηρεί το μεγαλείο των περασμένων που κυοφορεί την προσδοκία κι αναγεννά τον πόθο…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ




