Παρακολούθησα και φέτος, όπως κάνω για 20 συναπτά χρόνια, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον της εργασίες του 18ου Συνεδρίου των Αποδήμων Κυπρίων, που διεξήχθη από τις 25 έως και τις 27 Αυγούστου, στο Συνεδριακό Κέντρο της Λευκωσίας. Το πρόγραμμα, εξαιρετικά συμπυκνωμένο με πολύ μικρή αριθμητική και ουσιαστική συμμετοχή των συνέδρων, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν την ευκαιρία να καταθέσουν τις θέσεις και τις απόψεις τους στις διάφορες επιτροπές (που τώρα καταργήθηκαν) επί πολύ σοβαρών ζητημάτων, όπως π.χ. τα θέματα παιδείας, επαναπατρισμού, κ.ά.

Να σημειωθεί ότι κάθε σύνεδρος επιβαρύνεται ο ίδιος προσωπικά τα έξοδα προσέλευσης και διαμονής, χωρίς η Κυπριακή Δημοκρατία να συμβάλλει σε οτιδήποτε. Η αναφορά αυτή γίνεται όχι για να ασκηθεί κριτική στο κράτος, αλλά διότι κατά καιρούς έχουν ειπωθεί πράγματα απαράδεκτα σχετικά με τη φιλοξενία των αποδήμων συνέδρων, για τους οποίους κάποιοι κακώς πληροφορημένοι λένε και διαδίδουν, ψευδώς, ότι κάνουν διακοπές με χρήματα του κυπριακού λαού.

Ας έλθουμε τώρα σε αυτές καθ’ εαυτές τις εργασίες του 18ου Συνεδρίου, για τις οποίες προσωπικά έχω πολλές ενστάσεις, σε ό,τι αφορά κυρίως τον τρόπο συντονισμού των συζητήσεων, το περιεχόμενο και τη διάρκειά τους, αλλά και τη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Σε ένα εκλογο-απολογιστικό Συνέδριο, ο συντονισμός δεν γίνεται ποτέ από το απερχόμενο Δ.Σ., αλλά από τριμελές προεδρείο που εκλέγεται από τους συνέδρους, ειδικά γι' αυτόν τον σκοπό.

Επίσης, δεν είναι σωστό οι ομιλίες κάποιων να γίνονται στα αγγλικά (όσο κι αν κάποια παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς δεν γνωρίζουν καλά ελληνικά), αφού μητρική μας γλώσσα είναι η ελληνική και επειδή ακόμα οι σύνεδροι που προέρχονται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πλην Ηνωμένου Βασιλείου, Η.Π.Α. και μερικών άλλων χωρών (π.χ. Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία), δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τις εργασίες του Συνεδρίου, όταν οι ομιλίες γίνονται στα αγγλικά.

Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, οφείλουμε να δώσουμε περισσότερη σημασία στη γλώσσα μας. Η άποψη ότι το Συνέδριο παρακολουθούν και κάποιες ξένες προσωπικότητες αποτελεί μιαν απλή δικαιολογία, που εκθέτει τους υποστηρικτές της, αφού ήδη η τεχνολογία έχει δώσει οριστική λύση με άμεση μετάφραση. Υπάρχουν ακόμα τρεις πολύ σοβαροί λόγοι για τους οποίους η χρήση της ελληνικής γλώσσας δεν πρέπει να τίθεται σε δεύτερη μοίρα.

Διότι, πρώτον, αν καταργήσουμε τη γλώσσα μας, είναι σαν να καταργούμε το πιο σημαντικό κομμάτι που προσδιορίζει την εθνική καταγωγή μας. Δεύτερον, με τον τρόπο αυτόν οι νέοι απόδημοί μας έχουν την ευκαιρία να βελτιώσουν σε σημαντικό βαθμό τα ελληνικά τους. Τρίτον, πολλές από τις συνεδριάσεις μεταδίδονται απευθείας από το ΡΙΚ και κατά συνέπεια πρέπει οι ακροατές-τηλεθεατές να μπορούν να τις παρακολουθήσουν.

Έχω την εντύπωση πως κανένας άλλος σοβαρός λαός του κόσμου δεν θα ακύρωνε έτσι απροβλημάτιστα τη γλώσσα του και δεν θα χρησιμοποιούσε μια ξένη γλώσσα στα Εθνικά του Συνέδρια, που διεξάγονται στην ίδια την πατρίδα του.

Σε ό,τι αφορά τα θέματα που κυριάρχησαν στις συνεδρίες, πρώτο με διαφορά όπως πάντα ήταν το εθνικό μας θέμα, το οποίο ωστόσο υποβαθμίσθηκε από το γεγονός της μικρής διάρκειας παρουσίασης των θέσεων από τους επικεφαλής των κοινοβουλευτικών κομμάτων, στην ειδική συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε την πρώτη μέρα του Συνεδρίου. Έξι λεπτά δόθηκαν στον καθένα για κύρια τοποθέτηση και τρία λεπτά για δευτερολογία και απαντήσεις στα ερωτήματα των συνέδρων!

Έτσι, ενώ από τη μια είχαμε την ευκαιρία να έχουμε ενώπιόν μας όλους τους πολιτικούς ηγέτες, από την άλλη δεν δόθηκε δυστυχώς επαρκής χρόνος για να γίνει ένας πιο γόνιμος και ουσιαστικός διάλογος. Στη συνεδρίαση αυτή, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, κυριάρχησε το θέμα των διεξαγόμενων συνομιλιών στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (Δ.Δ.Ο.).

Η νέα ηγεσία της Ε.Δ.Ε.Κ. την απορρίπτει και ο Νίκος Παπαδόπουλος δηλώνει πως δεν τον ενδιαφέρει η ονομασία της λύσης αλλά το περιεχόμενό της (προσωπικά πιστεύω πως η ονομασία της λύσης προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό και το περιεχόμενό της). ΔΗ.ΣΥ.-Α.Κ.Ε.Λ. τάσσονται ολοκληρωτικά υπέρ της Δ.Δ.Ο., τα δε υπόλοιπα κόμματα (μαζί τους ΔΗ.ΚΟ. και Ε.Δ.Ε.Κ.) προτίμησαν να μην την αναλύσουν και να αναφερθούν στις ενστάσεις τους στον εν εξελίξει διάλογο και στις αδικαιολόγητες προσδοκίες που, κατά την άποψή τους, δημιουργούνται στους πολίτες.

Όταν ο υποφαινόμενος έλαβε τον λόγο για να υποστηρίξει-διευκρινίσει ότι ο Μακάριος και ο Σπύρος Κυπριανού (όπως αναφέρθηκε και στο συνέδριο) δεν αποδέχθηκαν ποτέ λύση Δ.Δ.Ο., τουλάχιστον όπως την εννοούμε σήμερα, απέσπασε το θερμό χειροκρότημα των συνέδρων, ταυτόχρονα, όμως, εισέπραξε και την ύβριν του Γενικού Γραμματέα του Α.Κ.Ε.Λ., ο οποίος σε έντονο ύφος είπε: «Μη χειροκροτείτε τον κ. Αυγουστή, διότι λέει ψέματα!

Του επιστρέφω δημοσίως την ύβριν (δυστυχώς το προεδρείο δεν πήρε χαμπάρι για την προσβολή και δεν μου έδωσε τον λόγο να απαντήσω στον κ. Κυπριανού), για να του πω ότι ένας πολιτικός αρχηγός, που εκπροσωπεί σχεδόν το 1/3 του κυπριακού λαού, απαγορεύεται διά ροπάλου να αποκαλεί ψεύτη έναν απλό πολίτη που απλώς εκφράζει με θάρρος την άποψή του, η οποία ασφαλώς εδράζεται σε πραγματικά γεγονότα και δεν είναι αυθαίρετη.

Αλλά κι αν ακόμα ο κ. Κυπριανού έχει δίκαιο να χρεώνει στους Μακάριο και Κυπριανού τη Δ.Δ.Ο., δεν έχει το δικαίωμα να αποκαλεί ψεύτη έναν απλό πολίτη που έχει διαφορετική άποψη από τη δική του. Μπορεί να του πει πως είναι κακώς πληροφορημένος και να τον παραπέμψει να ψάξει ξανά τις πληροφορίες του, σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν δικαιούται να αποκαλεί ψεύτη έναν υποψιασμένο απλό πολίτη, που καταθέτει καθημερινά εθελούσια τον δικό του οβολό στην προσπάθεια για να ανατείλουν καλύτερες μέρες στην ιδιαίτερη πατρίδα μας.

Αντιθέτως, οι πολίτες μπορούν να αποκαλούν εκ του ασφαλούς ψεύτες τους πολιτικούς, αφού δεν υπάρχει ούτε μια περίπτωση που τα κόμματα να έχουν υλοποιήσει τις υποσχέσεις και τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν, κυρίως προεκλογικά, έναντι του λαού! Πολιτικές συμπεριφορές σαν τη συγκεκριμένη του κ. Άντρου Κυπριανού (προσωπικά μέχρι τώρα τον θεωρούσα παράδειγμα πολιτισμένης συμπεριφοράς), δεν πρέπει να περνούν απαρατήρητες!

Κατά τα άλλα, σημειώνεται με νόημα η βροντερή απουσία της Εκκλησίας (για πρώτη φορά) από το φετινό συνέδριο, κάτι που προκάλεσε δικαιολογημένες απορίες και έντονο προβληματισμό, κυρίως επειδή πάντοτε ο Αρχιεπίσκοπος κατέθετε μετά παρρησίας τις θέσεις του για την πορεία του εθνικού μας θέματος. Σε παλιότερα συνέδρια, η παρέμβαση της Εκκλησίας σχεδόν μονοπωλούσε τις συζητήσεις, αφού ο Αρχιεπίσκοπος πάντα παρουσιαζόταν εξαιρετικά αιχμηρός και ασκούσε καυστική κριτική στην Κυβέρνηση για τους χειρισμούς της στο Κυπριακό.

Εκτός αν ο Μακαριότατος θεωρεί ότι στην παρούσα χρονική στιγμή η σιωπή του ενισχύει τις προσπάθειες του Προεδρικού για λύση. Και πάλιν όμως θα έπρεπε, είτε ο ίδιος είτε κάποιος εκπρόσωπός του, να παρουσιαστεί ενώπιον των συνέδρων και να το καταθέσει. Αυτό επιτάσσει μια συνετή και συνεπής στάση, και όχι η διά της απουσίας κατάθεση απόψεων και θέσεων. Θυμίζω ότι στο παρελθόν ο Μακαριότατος διερρήγνυε τα ιμάτιά του όταν ο Δημήτρης Χριστόφιας συζητούσε με την άλλη πλευρά αυτά που περίπου συζητά ο Νίκος Αναστασιάδης σήμερα.

Όσο για τις εν εξελίξει συνομιλίες, που κάποιοι από τον περίγυρο του Προεδρικού περίπου τις έχουν θεοποιήσει, εύχομαι ειλικρινά να μην απογοητευθούν/ούμε ξανά... Ο Μουσταφά Ακιντζί όσο και αν θέλει (οι τελευταίες δηλώσεις σκόρπισαν την απογοήτευση), τον τελευταίο λόγο θα τον πει και πάλιν η Άγκυρα… Και δεν συμφωνώ καθόλου με την άποψη μερικών, ότι η Άγκυρα δεν μίλησε ακόμα. Η Άγκυρα μίλησε με τον εκβιασμό «Μπαρμπαρός» και με τις δηλώσεις Ερντογάν από τα κατεχόμενα στις 20 Ιουλίου, παρόντος του σημερινού κατοχικού ηγέτη, που δεν έβγαλε άχνα όταν αναφέρθηκε σε δύο κράτη και σε δύο λαούς στην Κύπρο. Εκτός κι αν εμείς ακούμε μόνο όσα μας συμφέρει να ακούμε…

ΔΡ ΝΤΙΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΗΣ
Εκπαιδευτικός στο Τ.Ε.Ι. Λάρισας
από το Μονάγρι Λεμεσού,
[email protected]