Η μεταναστευτική κρίση στην Ευρώπη αναδύει μια σημαντική προβληματική παράμετρο και τόνους υποκρισίας στη συζήτηση περί οικονομικής ανισότητας. Ενώ η αναδιανομή του πλούτου και η προσφορά ίσων ευκαιριών θα αποτελούσαν τα δομικά στοιχεία μιας προοδευτικής προσέγγισης, με αίτημα την παροχή ίσων ευκαιριών και όχι προνομίων, ωστόσο τα σύνορα των χωρών νοηματοδοτούν μιαν άλλη πραγματικότητα.

Στη βάση των αναλύσεων του καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστήμιου του Χάρβαρντ Kenneth Rogoff, καθίσταται σαφές ότι την πραγματικότητα που επιβάλλει ο τρόπος έκφρασης της ρητορικής ανισότητας από τα πλούσια κράτη, καθορίζει μια ηθική βεβαιότητα, η οποία αγνοεί τους ανθρώπους των αναπτυσσόμενων χωρών. Ο όρος πλούσια κράτη περιλαμβάνει άλλωστε το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού που ζουν σε ανεπτυγμένες οικονομίες, στις οποίες σε περιόδους οικονομικής ύφεσης πλήττεται η μεσαία τάξη, που σε παγκόσμιο επίπεδο εξακολουθεί να παραμένει ανώτερη τάξη.

Η σχέση ανισότητας-ανάπτυξης καταγράφεται στο πεδίο αρκετών οικονομικών θεωριών. Ενώ ο David Howell, καθηγητής Οικονομικών στο The New School της Νέας Υόρκης, συμπεραίνει ότι δεν υπάρχει ευθεία σύνδεση ανάμεσα στο μέτρο της ανάπτυξης και στο άνοιγμα της ψαλίδας των εισοδημάτων, ο Lars Osberg, οικονομολόγος στο Dalhousie University, υποστηρίζει ότι το χάσμα ανάμεσα στα υψηλά και χαμηλά εισοδήματα προκαλεί χρηματοπιστωτική αστάθεια.

Ο Γάλλος καθηγητής Οικονομικών Thomas Piketty, αναζητώντας τα αίτια της ανισότητας, παραθέτει ότι η ανύπαρκτη οικονομική ανάπτυξη οφείλεται στο ότι οι αποδόσεις του κεφαλαίου υπερβαίνουν συστηματικά τον ρυθμό αύξησης των εθνικών εισοδημάτων. Η υπόθεση του Piketty για τα αίτια της ανισότητας τίθεται υπό συζήτηση, καθώς δεν ορίζεται το περιεχόμενο του κεφαλαίου και ο λόγος κεφαλαίου και εισοδημάτων.

Η πρότασή του για ετήσια φορολόγηση του πλούτου σε παγκόσμια κλίμακα και ανακατανομή αυτού συναντά επίσης θεωρητικές αντιστάσεις, καθώς δεν είναι εφικτός ο ετήσιος εθνικός υπολογισμός των περιουσιακών στοιχείων και η φορολόγηση ανεξάρτητα από τα εισοδήματα. Η επιβολή υψηλότερης φορολογίας στους πλούσιους θα αποτελούσε ίσως έναν τρόπο μείωσης της ανισότητας στο εσωτερικό, δεν θα επέλυε όμως το πρόβλημα της φτώχιας στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Οι οικονομικές αυτές θεωρίες υποδεικνύουν ευκρινώς την αναγκαιότητα της αδιάσπαστης διασύνδεσής τους με τον χώρο των Κοινωνικών Επιστημών και την πολιτική. Οι πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί επικεντρώνουν, όμως, τις συζητήσεις τους αφενός στην εσωτερική ανισότητα, με αποτέλεσμα το ζήτημα της παγκόσμιας ανισότητας να έχει υποβαθμιστεί και αφετέρου στους τρόπους αποκλεισμού των μεταναστών από την πρόσβαση στις χώρες τους. Πρόκειται για εσωστρεφείς τακτικές, που δεν ανταποκρίνονται στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν συμβάλλουν στην εξασφάλιση της παγκόσμιας ασφάλειας. Η άφιξη, επομένως, των απελπισμένων μεταναστών στις ακτές της Ευρώπης ορίζεται ως αποτέλεσμα της αποτυχημένης στρατηγικής των πλούσιων κρατών να αντιμετωπίσουν μεθοδικά την οικονομική ανισότητα.

Απέναντι σε κάθε βούληση για μετανάστευση ορθώνονται αντιμεταναστευτικές πολιτικές θεωρίες και υψώνεται ένα τείχος που εξυπηρετεί κυρίως επικοινωνιακές ανάγκες. Ένα σύνορο που προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι αναλαμβάνεται δράση για τη μετανάστευση και διατηρεί την πλάνη ότι βραχυπρόθεσμα μέτρα μπορούν να αντιμετωπίσουν τη μεταναστευτική κρίση.

Θεωρώντας ότι η λήψη σωστών μέτρων θα καταστήσει την προσφυγική κρίση διαχειρίσιμη, έντονη είναι η έκκληση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες για δίκαιη κατανομή των αιτούντων άσυλο μεταξύ των 28 κρατών-μελών της ΕΕ. Η συνεχιζόμενη βία στο Ιράκ, τη Συρία και οι επιδεινούμενες συνθήκες για τους Σύρους πρόσφυγες στην Τουρκία, την Ιορδανία και τον Λίβανο προκάλεσαν περισσότερες από 100.000 αφίξεις μεταναστών στην Ουγγαρία, που ως μέλος της ζώνης Σένγκεν της ΕΕ καθίσταται προτιμώμενη διαδρομή για τους πρόσφυγες.

Η αναστολή της Συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ και η διακοπή των επαναπροωθήσεων προσφύγων που εισέρχονται στη Γερμανία στις χώρες πρώτης απογραφής, καθώς και το κοινό κάλεσμα που απηύθυναν η Άγκελα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ για εφαρμογή ενιαίου συστήματος χορήγησης ασύλου, αποτελούν σημαντικές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο μιας συλλογικής απάντησης στην προσφυγική κρίση.

Οι πόλεμοι στη Συρία, την Ερυθραία, τη Λιβύη και το Μάλι δημιούργησαν ένα τεράστιο κύμα προσφύγων, που επιδιώκουν την άφιξη στην Ευρώπη. Οι οικονομικοί λόγοι εκπροσωπούν μιαν άλλη ισχυρή ώθηση προς τη μετανάστευση, καθώς εργαζόμενοι φτωχών χωρών αναζητούν ευκαιρίες εργασίας σε ανεπτυγμένες χώρες. Οι κλιματικές αλλαγές θα μπορούσαν στο μέλλον να αποτελέσουν έναν ακόμη λόγο αύξησης της μεταναστευτικής κίνησης από τις ευάλωτες κλιματικές ζώνες προς τις πλουσιότερες παραγωγικές χώρες του Βορρά. Ο περιορισμός επομένως της ικανότητας υποδοχής και ανεκτικότητας των πλουσίων χωρών απέναντι στη μετανάστευση δυσχεραίνει τις προϋποθέσεις για μια ειρηνική ανακατανομή του παγκόσμιου πληθυσμού.

ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΟΥΣΙΟΥΤΤΑΣ
Εκτελών χρέη Γενικού Γραμματέα Δημοκρατικού Κόμματος